Ο δήμαρχος Αγίου Δημητρίου ζητά ουσιαστικό ρόλο της αυτοδιοίκησης στη διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, ασκώντας ταυτόχρονα κριτική στη γραφειοκρατία, στις θεσμικές ασάφειες και στις καθυστερήσεις που μπλοκάρουν έργα και επενδύσεις.
Σαφές πολιτικό και αυτοδιοικητικό στίγμα έδωσε ο δήμαρχος Αγίου Δημητρίου Στέλιος Μαμαλάκης, τοποθετούμενος δημόσια υπέρ ενός νέου μοντέλου διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, στο οποίο οι δήμοι δεν θα έχουν διακοσμητικό ή παθητικό ρόλο, αλλά ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό, στη λήψη αποφάσεων και στην αξιοποίηση των ακινήτων που επηρεάζουν άμεσα τις τοπικές κοινωνίες. Η παρέμβασή του είχε σαφή κατεύθυνση: περισσότερη αυτοδιοικητική πρωτοβουλία, λιγότερη κεντρική δυσκαμψία και ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στις τοπικές αρχές να παίζουν πραγματικό ρόλο στην ανάπτυξη.
Ο Στέλιος Μαμαλάκης έθεσε ανοιχτά το επιχείρημα ότι οι δήμοι δεν μπορεί να λειτουργούν μόνο ως διαχειριστές προβλημάτων, αλλά οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως επιταχυντές της τοπικής ανάπτυξης. Στην ουσία της τοποθέτησής του, αυτό σημαίνει ότι η αυτοδιοίκηση πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης εκεί όπου σήμερα συναντά ασαφείς αρμοδιότητες, θεσμικά κενά και πολύπλοκες διαδικασίες που καθυστερούν ή ακυρώνουν την αξιοποίηση κρίσιμων χώρων και ακινήτων. Η γραμμή που έβαλε είναι καθαρή: ο δήμος που γνωρίζει τις ανάγκες μιας περιοχής δεν μπορεί να μένει στο περιθώριο όταν σχεδιάζεται το μέλλον της.
Στο ίδιο πλαίσιο, άσκησε έμμεση αλλά σαφή κριτική στο κράτος και στον τρόπο με τον οποίο έχουν οργανωθεί μέχρι σήμερα οι σχέσεις του με την αυτοδιοίκηση στο πεδίο της δημόσιας περιουσίας. Έδωσε έμφαση στη γραφειοκρατία, στις καθυστερήσεις και στις δυσλειτουργίες που δημιουργούνται όταν οι τοπικές αρχές καλούνται να διαχειριστούν χώρους χωρίς καθαρούς κανόνες, χωρίς ευελιξία και χωρίς πραγματικά εργαλεία παρέμβασης. Το μήνυμά του ήταν ότι χωρίς θεσμική καθαρότητα και σταθερούς όρους, ακόμη και αναγκαίες παρεμβάσεις μπορεί να μπλοκάρουν ή να μένουν για χρόνια μετέωρες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στο Πάρκο Ασυρμάτου, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μεγάλη ανάπλαση με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου χώρου πρασίνου και αναψυχής. Με αυτό το παράδειγμα θέλησε να δείξει ότι, όταν υπάρχει σαφής στόχος, πολιτική βούληση και στοιχειωδώς λειτουργικό πλαίσιο, η δημόσια περιουσία μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό τοπικής ανάπτυξης, περιβαλλοντικής αναβάθμισης και κοινωνικής συνοχής. Το επιχείρημά του δεν ήταν θεωρητικό· συνδέθηκε με ένα υπαρκτό έργο που χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα του τι θα μπορούσαν να κάνουν περισσότεροι δήμοι αν είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια και σταθερότερους όρους.
Η τοποθέτηση Μαμαλάκη έχει ενδιαφέρον γιατί δεν περιορίζεται σε μια γενική διαμαρτυρία για τις γνωστές παθογένειες του κράτους. Αντίθετα, βάζει στο τραπέζι ένα σαφές πολιτικό αίτημα: οι δήμοι να περάσουν από τη διαχείριση στην πρωτοβουλία, από τον ρόλο του παρατηρητή στον ρόλο του συνδιαμορφωτή. Σε μια περίοδο όπου η πίεση για καλύτερη αξιοποίηση χώρων, ακινήτων και αστικών πόρων μεγαλώνει, αυτή η θέση αποκτά ειδικό βάρος, γιατί ανοίγει τη συζήτηση για το ποιος αποφασίζει τελικά για τις πόλεις και με ποια νομιμοποίηση.