Μετά από πολύωρη συνεδρίαση, το αίτημα για δημοψήφισμα δεν πέρασε, με τη συζήτηση να επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα για το πώς λαμβάνονται οι μεγάλες αποφάσεις αστικού σχεδιασμού στην πόλη.
Μία από τις σημαντικότερες αυτοδιοικητικές εξελίξεις της ημέρας καταγράφεται στη Θεσσαλονίκη, όπου το Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα για διενέργεια δημοψηφίσματος σχετικά με την ανάπλαση της ΔΕΘ και τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες από τη συνεδρίαση, κατά της διεξαγωγής δημοψηφίσματος ψήφισαν 29 δημοτικοί σύμβουλοι, υπέρ τάχθηκαν 8, ενώ 6 ήταν απόντες. Παράλληλα, στο τραπέζι τέθηκε και η πρόταση να ενσωματωθεί στην προγραμματική σύμβαση όρος που θα συνδέει τη σύμφωνη γνώμη του δήμου με την τήρηση όσων έχουν συμφωνηθεί για την ανάπλαση και το μητροπολιτικό πάρκο.
Η απόφαση αυτή δεν κλείνει τη συζήτηση, αντίθετα, την επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο. Το αίτημα για δημοψήφισμα είχε κατατεθεί από την Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος έπειτα από τη συγκέντρωση 23.214 υπογραφών πολιτών, στοιχείο που αποτυπώνει ότι το ζήτημα της ΔΕΘ εξακολουθεί να προκαλεί ισχυρό ενδιαφέρον και αντιπαραθέσεις στην πόλη. Η συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο διήρκεσε περίπου οκτώ ώρες, κάτι που από μόνο του δείχνει το βάρος του θέματος και το πόσο βαθιά αγγίζει τον δημόσιο διάλογο στη Θεσσαλονίκη.
Στην ουσία της υπόθεσης, το ζήτημα ξεπερνά το στενό πλαίσιο μιας ψηφοφορίας. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η τοπική αυτοδιοίκηση διαχειρίζεται μεγάλα έργα αστικού μετασχηματισμού, τη σχέση της με τη συμμετοχή των πολιτών και το όριο ανάμεσα στη θεσμική νομιμότητα και τη λαϊκή πίεση για άμεση έκφραση γνώμης. Η ΔΕΘ παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα για τη Θεσσαλονίκη, γιατί συνδέεται ταυτόχρονα με την ανάπτυξη, το πράσινο, τις χρήσεις γης, την εικόνα του κέντρου και το μέλλον ενός μεγάλου δημόσιου χώρου.
Η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου δίνει, λοιπόν, ένα καθαρό πολιτικό σήμα, χωρίς να εξαντλεί την αντιπαράθεση. Αντίθετα, δείχνει ότι το θέμα της ανάπλασης της ΔΕΘ θα συνεχίσει να απασχολεί έντονα την πόλη, τόσο στο επίπεδο των θεσμών όσο και στο επίπεδο της κοινωνικής πίεσης για το ποια μορφή πρέπει να πάρει μια από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης.