Ο Χάρης Δούκας ζητεί άμεσες παρεμβάσεις για το άνοιγμα χιλιάδων κλειστών κατοικιών
Η στεγαστική κρίση στην Αθήνα έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί μια θεωρητική κοινωνική συζήτηση. Αποτυπώνεται πλέον με οξύ τρόπο στην καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών και, όπως επισημαίνει ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, σε άρθρο του στην εφημερίδα “Τα ΝΕΑ Σαββατοκύριακο” καταγράφεται με σαφήνεια και στα ίδια τα δεδομένα της πόλης.
«Οι Αθηναίοι πληρώνουν το 70% του μισθού τους για να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα ενός δωματίου, ενώ για κατοικίες δύο υπνοδωματίων το ποσοστό αυτό μπορεί να ξεπεράσει το 90%», σημειώνει, περιγράφοντας μια κατάσταση που, όπως τονίζει, ασκεί ασφυκτική πίεση κυρίως στους νέους ανθρώπους και στα νέα ζευγάρια.
Την ίδια στιγμή, στην πρωτεύουσα καταγράφονται περίπου 117.000 κενές κατοικίες, δηλαδή σχεδόν μία στις τέσσερις κατοικίες παραμένει ανενεργή. Ο δήμαρχος υπογραμμίζει ότι μόνο οι μη ηλεκτροδοτούμενες κατοικίες φθάνουν τις 38.000, πολλές από τις οποίες παραμένουν κλειστές εδώ και δεκαετίες. «Φανταστείτε πόσο σημαντική θα ήταν η αξιοποίηση αυτών των ακινήτων», αναφέρει χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και η ενεργοποίηση ενός μικρού ποσοστού τους θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην αποκλιμάκωση των ενοικίων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται πολλά από αυτά τα ακίνητα. Όπως επισημαίνει, το 85% των κενών κατοικιών έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, γεγονός που σημαίνει ότι αρκετές εξ αυτών συνιστούν δημόσιο κίνδυνο, ενώ ορισμένα εγκαταλελειμμένα κτίρια μετατρέπονται σε εστίες μόλυνσης ή παραβατικότητας. Για τον λόγο αυτόν ζητεί άμεση νομοθετική παρέμβαση που θα επιτρέψει την αξιοποίησή τους.
Ο κ. Δούκας εκτιμά ότι η επαναφορά μέρους αυτών των κατοικιών στην αγορά θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες προσιτής κατοικίας για νέα ζευγάρια και νέους γονείς, αλλά και να οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής στεγαστικής πολιτικής «πέρα από ευχολόγια, με απτά αποτελέσματα για τους πολίτες».
Παράλληλα, αφήνει σαφείς αιχμές για τα συμφέροντα που, όπως υποστηρίζει, δεν επιθυμούν να ανοίξουν οι κλειστές κατοικίες. «Πρώτον, την αγορά του real estate, καθώς θα περιορίζονταν οι τιμές. Δεύτερον, τα funds, τα οποία αποκτούν ακίνητα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές και στη συνέχεια τα ανακαινίζουν για να τα μεταπωλήσουν σε ιδιαίτερα υψηλές, συχνά σε κατοίκους του εξωτερικού, με αποτέλεσμα να υπάρχει αφελληνισμός περιουσιών», τονίζει, προσθέτοντας ότι τελικά «βολεύει όσους επιδιώκουν η στέγη να αντιμετωπίζεται όχι ως δικαίωμα αλλά ως εμπόρευμα».
Ο δήμαρχος αναφέρεται και στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει ο Δήμος Αθηναίων. Όπως σημειώνει, το 2025 συστάθηκε η Διεύθυνση Κοινωνικής και Προσιτής Στέγασης, ενώ έχουν ήδη ξεκινήσει επαφές με ιδρύματα και φορείς που διαθέτουν ανενεργή ακίνητη περιουσία. Παράλληλα, η Διεύθυνση Δημοτικής Περιουσίας έχει καταγράψει τα πρώτα οικόπεδα και απαλλοτριωμένες εκτάσεις του δήμου που εξετάζονται για την ανέγερση νέων κατοικιών.
Στο ίδιο πλαίσιο, έχουν ήδη εντοπιστεί εννέα διαμερίσματα που μπορούν να αξιοποιηθούν για κοινωνική κατοικία, καθώς και επιπλέον ακίνητα δημοτικής περιουσίας που βρίσκονται υπό αξιολόγηση.
Ο κ. Δούκας συνδέει, ωστόσο, το πρόβλημα της Αθήνας με τη συνολικότερη στεγαστική κρίση που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές πόλεις. Μέσω της Συμμαχίας Δημάρχων της Ευρώπης για τη Στέγαση (Mayors for Housing), όπως αναφέρει, διεκδικούνται ευρωπαϊκοί πόροι για ανακαινίσεις και ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, ενώ παράλληλα προωθείται η δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου Στέγασης. «Το ετήσιο επενδυτικό κενό για τη στέγαση στην Ευρώπη εκτιμάται πλέον στα 153 δισεκατομμύρια ευρώ», υπογραμμίζει.
Για την Αθήνα ειδικότερα, ο δήμαρχος εκτιμά ότι απαιτούνται τουλάχιστον 1.000 κατοικίες προσιτής και κοινωνικής στέγασης για νέα ζευγάρια και ευάλωτους πολίτες. «Αν αξιοποιούνταν μόλις το 3% των μη ηλεκτροδοτούμενων κατοικιών, αυτή η ανάγκη θα μπορούσε να καλυφθεί», σημειώνει.
Καταλήγοντας, ζητεί να ανοίξει δημόσια η συζήτηση με την ΠΟΜΙΔΑ και τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους φορείς για τη θέσπιση ουσιαστικών κινήτρων που θα οδηγήσουν στην αξιοποίηση των χιλιάδων κλειστών διαμερισμάτων, αλλά και για τη διαμόρφωση αποτελεσματικών κανόνων στη βραχυχρόνια μίσθωση και τον περιορισμό των υπέρμετρων αυξήσεων στα ενοίκια.
«Η κατοικία δεν μπορεί να μετατραπεί σε προνόμιο για λίγους. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής, βιωσιμότητας και δημοκρατίας της ίδιας της πόλης», τονίζει.