Για την αυτοδιοίκηση η συζήτηση για το Σύνταγμα δεν είναι θεωρητική.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει για τη συνταγματική αναθεώρηση, με αφετηρία τις δημόσιες τοποθετήσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα για τη λειτουργία του κράτους: ποιος θα είναι ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο νέο θεσμικό τοπίο και αν οι προτεινόμενες αλλαγές θα οδηγήσουν σε ουσιαστική αποκέντρωση ή σε περαιτέρω ενίσχυση του κεντρικού κράτους.
Παρότι στις κυβερνητικές εξαγγελίες η αυτοδιοίκηση δεν εμφανίζεται ως κεντρικός άξονας της αναθεώρησης, αρκετές από τις προτάσεις που συζητούνται επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν Δήμοι και Περιφέρειες. Για την αυτοδιοίκηση, το ζητούμενο δεν είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών καθαυτή, αλλά το αν αυτή θα συνοδευτεί από πραγματική μεταφορά αρμοδιοτήτων, πόρων και ευθύνης προς το τοπικό επίπεδο.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί τον θεσμό που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη και καλείται καθημερινά να διαχειριστεί κρίσιμα ζητήματα: κοινωνική πολιτική, πολιτική προστασία, υποδομές, ποιότητα ζωής. Ωστόσο, εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο κεντρικού ελέγχου, με περιορισμένη οικονομική αυτοτέλεια και συχνά χωρίς τα αναγκαία μέσα για να ανταποκριθεί στις αρμοδιότητες που της ανατίθενται. Σε αυτό το πλαίσιο, μια συνταγματική αναθεώρηση που δεν θίγει ουσιαστικά το ζήτημα της αποκέντρωσης κινδυνεύει να αφήσει ανέπαφες τις παθογένειες του συστήματος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Για την αυτοδιοίκηση, η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με την παράκαμψη των τοπικών θεσμών ή με τη συγκέντρωση αποφάσεων σε κεντρικό επίπεδο. Αντίθετα, προϋποθέτει ισχυρούς Δήμους και Περιφέρειες, με σαφείς αρμοδιότητες, επαρκές προσωπικό και θεσμικές εγγυήσεις αυτονομίας. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, οποιαδήποτε επιτάχυνση διαδικασιών ενδέχεται να μεταφραστεί σε αποδυνάμωση της τοπικής δημοκρατίας.
Αντίστοιχα, οι συζητήσεις για επενδύσεις, χρήσεις γης και μεγάλα έργα αναδεικνύουν τη σημασία της συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών. Η αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή ή εκτελεστή αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού. Η συνταγματική κατοχύρωση της ουσιαστικής συμμετοχής Δήμων και Περιφερειών στον σχεδιασμό και την υλοποίηση τέτοιων παρεμβάσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συναίνεση.
Κομβικό ζήτημα παραμένει και η οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ. Παρά τη συνταγματική πρόβλεψη, η εξάρτηση από την κεντρική χρηματοδότηση περιορίζει στην πράξη την αυτονομία της αυτοδιοίκησης. Από τη σκοπιά των Δήμων και των Περιφερειών, μια αναθεώρηση που δεν ενισχύει ρητά τη σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότησή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί μεταρρύθμιση υπέρ της αποκέντρωσης.
Για την αυτοδιοίκηση, λοιπόν, η συζήτηση για το Σύνταγμα δεν είναι θεωρητική. Αφορά άμεσα τη δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να αποφασίζουν για τις ανάγκες τους και να λογοδοτούν στους πολίτες. Το ζητούμενο από τη συνταγματική αναθεώρηση είναι σαφές: περισσότερη αυτονομία, περισσότερη ευθύνη και περισσότερη δημοκρατία στο τοπικό επίπεδο. Οποιαδήποτε αλλαγή δεν κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.