Όταν η δημοκρατική νομιμοποίηση βαφτίζεται κόστος και η περιστολή της λαϊκής ετυμηγορίας παρουσιάζεται ως μεταρρύθμιση
Με ένα αφήγημα περί «εξοικονόμησης πόρων» επιχειρεί η κυβέρνηση να δικαιολογήσει τη ριζική αλλαγή στο εκλογικό σύστημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συγκεκριμένα την κατάργηση του δεύτερου γύρου. Ο υφυπουργός Εσωτερικών Βασίλης Σπανάκης, σε βίντεο που ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρουσίασε τη μεταρρύθμιση ως οικονομικά ωφέλιμη για τις τοπικές κοινωνίες, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για τον τρόπο που αποδίδεται η λειτουργία της δημοκρατικής διαδικασίας.
Η δήλωση που άναψε τη συζήτηση
Ο κ. Σπανάκης, στο επίμαχο βίντεο, ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Θυμάσαι κάποτε που έπρεπε να πας δύο Κυριακές για να εκλέξεις τον Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη; Τελειώνει αυτό με τον Νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης. Σε μια Κυριακή θα εκλέγεις τον δήμαρχο, τον περιφερειάρχη, τον δημοτικό Σύμβουλο, τον περιφερειακό σύμβουλο. Τι κερδίζουμε με αυτό; Το κόστος των εκλογών της δεύτερης Κυριακής θα γίνεται έσοδο για την κάθε τοπική κοινωνία. Τα χρήματα αυτά που θα εξοικονομήσουμε, θα πάνε σε έργα σε κάθε τοπική κοινωνία. Να μια νέα μεταρρύθμιση που φέρνει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης. Συνεχίζουμε…»
Αηδία
Όποιος ψηφίζει το άθλιο καθεστώς Μητσοτάκη πρέπει να ντρέπεται pic.twitter.com/cR6lJSCiUr— Άννα Ελεφάντη (@Anna_Elefanti) June 23, 2026
Το πολιτικό πρόβλημα πίσω από το «λογιστικό» αφήγημα
Το βασικό ζήτημα δεν είναι η επικοινωνιακή διατύπωση, αλλά η ίδια η πολιτική λογική που τη συνοδεύει. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως «κόστος» τη δεύτερη Κυριακή των αυτοδιοικητικών εκλογών, δηλαδή έναν θεμελιώδη μηχανισμό δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Ο δεύτερος γύρος δεν αποτελεί διαδικαστική πολυτέλεια. Αποτελεί εγγύηση ότι οι δήμαρχοι και οι περιφερειάρχες εκλέγονται με ευρύτερη πλειοψηφική αποδοχή, μέσα από μια διαδικασία επανατοποθέτησης των πολιτών μεταξύ των δύο επικρατέστερων επιλογών.
Όταν η δημοκρατική διαδικασία μετατρέπεται σε «κόστος»
Το επιχείρημα περί εξοικονόμησης πόρων που προβάλλεται ως κεντρικός άξονας της αλλαγής, ανοίγει ένα επικίνδυνο πεδίο πολιτικής λογικής: ότι η δημοκρατική συμμετοχή μπορεί να αξιολογείται με οικονομικά κριτήρια.
Με αυτή τη λογική, κάθε εκλογική διαδικασία θα μπορούσε να τίθεται υπό αμφισβήτηση στο όνομα της μείωσης δαπανών. Όμως η δημοκρατία δεν είναι δημοσιονομικό μέγεθος προς περικοπή.
Πολιτική επιλογή πίσω από την «οικονομία»
Η κατάργηση του δεύτερου γύρου δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή που επηρεάζει τη νομιμοποίηση της τοπικής εξουσίας, τη δυνατότητα πολιτικών συσχετισμών μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακής και τελικά τη σχέση των πολιτών με την κάλπη.
Η επίκληση της «εξοικονόμησης» λειτουργεί περισσότερο ως επικοινωνιακό εργαλείο παρά ως ουσιαστική αιτιολόγηση. Και γι’ αυτό ακριβώς προκαλεί αντιδράσεις.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο κοστίζει μια δεύτερη Κυριακή εκλογών.
Το ερώτημα είναι πόσο κοστίζει στη δημοκρατία η σταδιακή αποδυνάμωση των μηχανισμών που εξασφαλίζουν τη νομιμοποίηση της εξουσίας.
Και εκεί, καμία «εξοικονόμηση» δεν μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι.