Πώς η προθεσμία του 2026 για τα αυθαίρετα απειλεί να μπλοκάρει χιλιάδες μεταβιβάσεις στους δήμους
Η καταληκτική ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 2026 για την τακτοποίηση αυθαιρέτων δεν είναι απλώς μια ακόμη προθεσμία για ιδιοκτήτες και μηχανικούς. Στην πράξη, σηματοδοτεί μια βαθιά μετατόπιση του προβλήματος προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, χιλιάδες ακίνητα που δεν θα έχουν τακτοποιήσει πολεοδομικές εκκρεμότητες δεν θα μπορούν να μεταβιβαστούν, να δοθούν με γονική παροχή ή να αξιοποιηθούν. Και το σημείο όπου θα «κολλάνε» αυτές οι υποθέσεις δεν θα είναι το Υπουργείο, αλλά οι υπηρεσίες των δήμων.
Η υποχρεωτική Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου έχει αλλάξει ριζικά το τοπίο. Χωρίς καθαρή πολεοδομική εικόνα και τακτοποιημένες αυθαιρεσίες, κανένα συμβόλαιο δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Αυτό μετατρέπει τις Υπηρεσίες Δόμησης των δήμων στον τελικό κόμβο της αγοράς ακινήτων. Εκεί θα καταλήγουν ιδιοκτήτες που δεν πρόλαβαν, μηχανικοί που ζητούν διευκρινίσεις, συμβολαιογράφοι που δεν μπορούν να κλείσουν πράξεις. Ένα πρόβλημα που μέχρι σήμερα θεωρούνταν κεντρικό, μεταφέρεται αθόρυβα στο τοπικό επίπεδο.
Σε πυκνοδομημένους δήμους, όπως ο Πειραιάς, η Νίκαια, το Περιστέρι ή μεγάλα τμήματα της Δυτικής Αθήνας, το φαινόμενο είναι ακόμη πιο έντονο. Ένα πολύ μεγάλο μέρος των κτιρίων έχει μικρές ή μεγαλύτερες πολεοδομικές αποκλίσεις: κλεισμένους ημιυπαίθριους, υπόγεια που έγιναν κατοικίες, αλλαγές χρήσης, επεκτάσεις που ποτέ δεν αποτυπώθηκαν σε άδεια. Αν αυτές οι εκκρεμότητες δεν λυθούν έως το 2026, δημιουργείται μια νέα κατηγορία ιδιοκτησίας: ακίνητα που υπάρχουν, κατοικούνται και φορολογούνται, αλλά δεν μπορούν να κινηθούν στην αγορά.
Το πρόβλημα τότε παύει να είναι τεχνικό και γίνεται πολιτικό. Οι πολίτες δεν θα μιλούν με όρους κατηγοριών και νόμων, αλλά με όρους καθημερινότητας. Δεν θα λένε ότι το ακίνητό τους είναι σε λάθος κατηγορία, αλλά ότι δεν μπορούν να το πουλήσουν, να το μεταβιβάσουν στο παιδί τους ή να το αξιοποιήσουν. Και αυτές οι πιέσεις θα απευθύνονται στους δημάρχους και στα δημοτικά συμβούλια, όχι στο Υπουργείο.
Οι δήμοι, όμως, καλούνται να διαχειριστούν αυτή την πίεση χωρίς να έχουν τα εργαλεία που απαιτούνται. Οι περισσότερες Υπηρεσίες Δόμησης λειτουργούν ήδη στα όρια τους, με ελλείψεις προσωπικού, παλιά αρχεία και ελλιπή ψηφιοποίηση. Η προοπτική ενός μαζικού κύματος αιτημάτων, ελέγχων και ενστάσεων μετά το 2026 προμηνύει ένα διοικητικό μποτιλιάρισμα με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν θα δοθεί νέα παράταση για τα αυθαίρετα. Είναι αν η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να αντέξει το βάρος μιας αγοράς ακινήτων που κινδυνεύει να «παγώσει» τοπικά, δήμο τον δήμο. Αν δεν υπάρξει έγκαιρη προετοιμασία και θεσμική ενίσχυση, οι δήμοι θα βρεθούν στο κέντρο μιας κρίσης που δεν δημιούργησαν, αλλά θα κληθούν να διαχειριστούν. Και αυτό είναι κάτι που το 2026 δύσκολα θα περάσει απαρατήρητο.