Οι αυτοδιοικητικοί φορείς αντιδρούν στην απομάκρυνση κρίσιμων αρμοδιοτήτων από τους δήμους
Μια νέα εστία έντασης διαμορφώνεται ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, με αφορμή τη σχεδιαζόμενη μεταφορά των Υπηρεσιών Δόμησης από τους δήμους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο. Το εγχείρημα, που παρουσιάζεται από την πλευρά της κυβέρνησης ως μία από τις μεγαλύτερες θεσμικές παρεμβάσεις στον χώρο της χωροταξίας και της πολεοδομίας των τελευταίων ετών, προκαλεί ήδη ισχυρές αντιδράσεις στους κόλπους των δημάρχων, οι οποίοι εμφανίζονται αποφασισμένοι να εξαντλήσουν κάθε νομικό μέσο για να αποτρέψουν την εφαρμογή του.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, οι σημερινές Υπηρεσίες Δόμησης αναμένεται να ενταχθούν σε ένα νέο, κεντρικοποιημένο σύστημα υπό την ομπρέλα του Κτηματολογίου, το οποίο θα αναλάβει πλέον την έκδοση οικοδομικών αδειών, τους ελέγχους κατασκευών και την παρακολούθηση της εφαρμογής της πολεοδομικής νομοθεσίας. Η φιλοσοφία της μεταρρύθμισης βασίζεται στη δημιουργία ενός ενιαίου μηχανισμού διαχείρισης όλων των ζητημάτων που σχετίζονται με την ακίνητη περιουσία, με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας, την επιτάχυνση των διαδικασιών και την ενίσχυση της διαφάνειας.
Στην αντίπερα όχθη, οι δήμαρχοι υποστηρίζουν ότι η απομάκρυνση των πολεοδομικών αρμοδιοτήτων από την Αυτοδιοίκηση συνιστά ουσιαστική αποδυνάμωση του θεσμικού τους ρόλου. Εκφράζουν φόβους ότι η συγκέντρωση των εξουσιών σε έναν κεντρικό οργανισμό θα απομακρύνει τη λήψη αποφάσεων από τις τοπικές κοινωνίες και θα δημιουργήσει ένα ακόμη πιο δυσκίνητο διοικητικό σχήμα. Για τον λόγο αυτόν, εξετάζουν την προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, θεωρώντας ότι η μεταρρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και αυτοδιοικητικής αυτοτέλειας.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, αντιτείνει ότι το υφιστάμενο μοντέλο έχει φτάσει στα όριά του. Η έλλειψη προσωπικού σε πολλές Υπηρεσίες Δόμησης, οι μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση αδειών, οι διαφορετικές ερμηνείες της νομοθεσίας από περιοχή σε περιοχή και τα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα δυσλειτουργιών αποτελούν, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ενδείξεις ότι απαιτείται μια ριζική αναδιοργάνωση. Η κεντρική διαχείριση των διαδικασιών θεωρείται από τους υποστηρικτές του σχεδίου ως προϋπόθεση για την ενοποίηση των κανόνων και την εξασφάλιση ίσης μεταχείρισης πολιτών και επενδυτών σε ολόκληρη τη χώρα.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς εξελίσσεται παράλληλα με την τελική φάση ολοκλήρωσης του Εθνικού Κτηματολογίου, ενός έργου που επί δεκαετίες ταλαιπώρησε κράτος και πολίτες και το οποίο πλέον εισέρχεται στην πιο κρίσιμη περίοδο του. Η πολιτική ηγεσία θεωρεί ότι η συνένωση των πληροφοριών για ιδιοκτησία, δόμηση και έλεγχο αυθαιρεσιών σε έναν ενιαίο φορέα μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο για ένα νέο μοντέλο διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας στη χώρα.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι καθοριστικό. Από τη μία πλευρά η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει χωρίς υπαναχωρήσεις, θεωρώντας τη μεταρρύθμιση κομβικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Από την άλλη, οι δήμαρχοι προετοιμάζονται για μια σκληρή θεσμική και δικαστική μάχη, με το Συμβούλιο της Επικρατείας να προβάλλει πλέον ως ο τελικός κριτής μιας αντιπαράθεσης που δεν αφορά μόνο τις πολεοδομίες, αλλά συνολικά τα όρια εξουσίας μεταξύ κεντρικού κράτους και Τοπικής Αυτοδιοίκησης.