Απόφαση-σταθμός του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικαιώνει δήμους και κατοίκους των Μεσογείων
Μια από τις σημαντικότερες δικαστικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στο ζήτημα της αεροπορικής ηχορύπανσης καταγράφεται με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανοίγει νέο κεφάλαιο στη διαχρονική αντιπαράθεση των κατοίκων των Μεσογείων με τις αρμόδιες αρχές για τη λειτουργία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος». Στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο έκρινε βάσιμες τις αιτιάσεις των προσφευγόντων και έδωσε προθεσμία τεσσάρων μηνών στην Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ) προκειμένου να εφαρμόσει συγκεκριμένα μέτρα που αποσκοπούν στον ουσιαστικό περιορισμό του αεροπορικού θορύβου.
Η υπόθεση έφθασε στη Δικαιοσύνη ύστερα από προσφυγή των Δήμων Μαρκοπούλου και Σπάτων – Αρτέμιδος, του Πανελλήνιου Σωματείου Αντιμετώπισης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων Λειτουργίας Αερολιμένων, καθώς και κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι στράφηκαν κατά της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας και του Ελληνικού Δημοσίου. Όπως υποστήριξαν, η συνεχής έκθεσή τους στον θόρυβο από τις απογειώσεις και τις προσγειώσεις των αεροσκαφών υπερβαίνει τα όρια της συνήθους όχλησης, επηρεάζοντας την καθημερινότητά τους, την ποιότητα ζωής και την υγεία τους, ενώ ανέφεραν ότι οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί ελέγχου και περιορισμού του θορύβου δεν εφαρμόζονται με την απαιτούμενη συνέπεια.
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι οι συστηματικές εκπομπές θορύβου που υπερβαίνουν τα 70 ντεσιμπέλ συνιστούν υπέρβαση των προβλεπόμενων ορίων αεροπορικού θορύβου και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή περιβαλλοντική όχληση, με επιπτώσεις τόσο στην υγεία των κατοίκων όσο και στο οικιστικό περιβάλλον των περιοχών που βρίσκονται γύρω από το αεροδρόμιο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην τήρηση της διαδικασίας NADP-A (Noise Abatement Departure Procedure), η οποία εφαρμόζεται διεθνώς για τη μείωση του θορύβου κατά την απογείωση των αεροσκαφών. Πρόκειται για ειδική επιχειρησιακή διαδικασία που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την πλήρη ισχύ των κινητήρων κατά την αρχική φάση της απογείωσης ώστε το αεροσκάφος να αποκτά γρήγορα ασφαλές ύψος, τη μείωση της ισχύος σε προκαθορισμένο σημείο της ανόδου και τη διατήρηση χαμηλής ταχύτητας χωρίς πρόωρη σύμπτυξη των πτερυγίων, έτσι ώστε να περιορίζεται ο χρόνος πτήσης σε χαμηλό ύψος πάνω από κατοικημένες περιοχές.
Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι όταν η συγκεκριμένη διαδικασία δεν εφαρμόζεται με συνέπεια, οι χειριστές αυξάνουν πρόωρα την ταχύτητα των αεροσκαφών, μειώνουν τη γωνία ανόδου και πραγματοποιούν μεγαλύτερο τμήμα της πτήσης σε χαμηλότερο ύψος. Το αποτέλεσμα είναι η παρατεταμένη έκθεση των κατοίκων σε υψηλά επίπεδα θορύβου, καθώς το αεροσκάφος παραμένει για περισσότερο χρόνο πάνω από τις οικιστικές περιοχές.
Αντίστοιχη αναφορά γίνεται και στη χρήση της μέγιστης ανάστροφης ώσης (maximum reverse thrust) κατά την προσγείωση. Σύμφωνα με την απόφαση, όταν χρησιμοποιείται χωρίς να επιβάλλεται από λόγους ασφάλειας, προκαλεί πρόσθετη ηχητική επιβάρυνση στις γειτονικές περιοχές. Για τον λόγο αυτό, σε πολλές περιπτώσεις προκρίνεται η χρήση της λεγόμενης «αδρανούς ανάστροφης ώσης» (idle reverse thrust), όταν οι συνθήκες του διαδρόμου και οι επιχειρησιακές απαιτήσεις το επιτρέπουν.
Με βάση τα παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο υποχρεώνει την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας να οργανώσει, μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών, μηχανισμό συστηματικού ελέγχου της εφαρμογής της διαδικασίας NADP-A, να παρακολουθεί και να καταγράφει τις παραβάσεις των χειριστών, να προχωρεί στην επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων όπου απαιτείται και να διασφαλίζει ότι η χρήση της μέγιστης ανάστροφης ώσης θα γίνεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας των πτήσεων.
Παράλληλα, η απόφαση προβλέπει χρηματική ποινή ύψους 10.000 ευρώ για κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας προς τις δικαστικές επιταγές, στοιχείο που αποτυπώνει τη βαρύτητα που αποδίδει το δικαστήριο στην αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων.
Η δικαστική αυτή εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τις τοπικές κοινωνίες των Μεσογείων, καθώς για πρώτη φορά τίθενται, με τόσο σαφή τρόπο, συγκεκριμένες υποχρεώσεις και χρονοδιάγραμμα προς την αρμόδια εποπτική αρχή για την ενίσχυση της εφαρμογής των διαδικασιών περιορισμού του αεροπορικού θορύβου. Πρόκειται για μια απόφαση που αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς στη συζήτηση γύρω από την ισορροπία ανάμεσα στην εύρυθμη λειτουργία ενός διεθνούς αεροδρομίου και στην προστασία της ποιότητας ζωής των κατοίκων των περιοχών που βρίσκονται στη ζώνη επιρροής του.