Η άνοδος των αγορών επισκιάζει τις επιπτώσεις από καύσωνες, ξηρασία και πυρκαγιές, ενώ αναλυτές προειδοποιούν για το κόστος των επόμενων ετών
Την ώρα που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ακραίες θερμοκρασίες, ξηρασία και σοβαρές επιπτώσεις στις υποδομές και την παραγωγή, οι χρηματιστηριακές αγορές συνεχίζουν να κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Από τις 3 έως τις 11 Αυγούστου, σημαντικοί χρηματιστηριακοί δείκτες κατέγραψαν νέα ρεκόρ, με τους επενδυτές να εστιάζουν κυρίως στα εταιρικά αποτελέσματα, στον πληθωρισμό, στα επιτόκια, στις τιμές του πετρελαίου και στις προοπτικές της τεχνολογίας.
Η κλιματική αλλαγή, αντίθετα, φαίνεται να παραμένει εκτός της άμεσης επενδυτικής εξίσωσης.
«Η περίοδος των εταιρικών αποτελεσμάτων είναι τόσο ισχυρή (…) η κλιματική αλλαγή περνά σε δεύτερη μοίρα», εκτιμά ο αναλυτής της Lombard Odier, Florian Ielpo.
Η οικονομία πληρώνει ήδη το κόστος της κλιματικής κρίσης
Η εικόνα των χρηματιστηρίων, ωστόσο, δεν αντανακλά το σύνολο της οικονομικής πραγματικότητας.
Στη Γαλλία, τα διαδοχικά κύματα καύσωνα αναμένεται να προκαλέσουν οικονομικές απώλειες που υπολογίζονται μεταξύ 10 και 15 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την υπουργό Οικολογικής Μετάβασης Μονίκ Μπαρμπύ.
Στη Γερμανία, η ξηρασία στον Ρήνο δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία μεγάλων βιομηχανιών. Η Thyssenkrupp έχει ήδη αναφέρει δυσκολίες στον εφοδιασμό της μονάδας της στο Ντούισμπουργκ με πρώτες ύλες.
Παρά τις συγκεκριμένες επιπτώσεις, η μετοχή της εταιρείας κατέγραψε άνοδο 9,07%, λόγω των θετικών αποτελεσμάτων και των ενθαρρυντικών προοπτικών.
«Οι αγορές έχουν μυωπική προσέγγιση στους κλιματικούς κινδύνους»
Ο αναλυτής της Cité Gestion, John Plassard, περιγράφει τη στάση των επενδυτών ως «καθολική άρνηση» απέναντι σε κινδύνους που δεν αποτυπώνονται άμεσα στα οικονομικά αποτελέσματα.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Metzler Asset Management εκτιμά ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιμετωπίζουν τους κινδύνους με ορίζοντα μόλις δύο έως τριών ετών, ενώ οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής εξελίσσονται σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό βάθος.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην περίπτωση του ευρωπαϊκού δείκτη Stoxx 600. Παρά τα προβλήματα που προκαλούν οι υψηλές θερμοκρασίες, η ξήρανση ποταμών και οι δυσκολίες στις μεταφορές, οι εκτιμήσεις για τα εταιρικά κέρδη συνεχίζουν να αυξάνονται.
Οι κλιματικοί κίνδυνοι απειλούν ολόκληρους κλάδους
Οι σοβαρότερες οικονομικές συνέπειες δεν αναμένεται να εμφανιστούν απαραίτητα άμεσα. Σε ορίζοντα πέντε έως 15 ετών, οι αναλυτές θεωρούν ιδιαίτερα ευάλωτους κλάδους όπως η γεωργία και η βιομηχανία τροφίμων.
Η μείωση των αποδόσεων των καλλιεργειών και η αύξηση του κόστους παραγωγής μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές των τροφίμων, ενώ στον ασφαλιστικό κλάδο η αύξηση των φυσικών καταστροφών αναμένεται να οδηγήσει σε υψηλότερες αποζημιώσεις και κόστος αντασφάλισης.
Στη λίστα των κλάδων που αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους περιλαμβάνονται επίσης η ενέργεια, η βιομηχανία, τα χημικά, οι μεταφορές, ο τουρισμός και τα ακίνητα.
Η κλιματική αλλαγή μπορεί παράλληλα να περιορίσει την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, αυξάνοντας το κόστος τροφίμων, ενέργειας, ασφάλισης και υποδομών. Παράλληλα, η ανάγκη για μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες αντιμετώπισης των συνεπειών μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω το δημόσιο χρέος.
Τα «πράσινα» κεφάλαια δεν αρκούν ακόμη
Η απάντηση των επενδυτικών αγορών στην κλιματική κρίση είναι, μεταξύ άλλων, η ανάπτυξη ESG και άλλων μορφών βιώσιμων επενδύσεων.
Σύμφωνα με τον Axel Hartmann της BNP Paribas Personal Investors στη Γερμανία, τα βιώσιμα επενδυτικά κεφάλαια χρησιμοποιούνται ολοένα περισσότερο.
Παράλληλα, καταγράφεται ζήτηση για επενδύσεις που συνδέονται με τον εξηλεκτρισμό, την απανθρακοποίηση και τη σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα.
Ωστόσο, η τάση αυτή δεν έχει ακόμη αποκτήσει τη δυναμική μιας ευρείας και σταθερής αναδιάρθρωσης των αγορών υπέρ των επιχειρήσεων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Το βασικό παράδοξο παραμένει: οι αγορές μπορούν να καταγράφουν ρεκόρ την ίδια στιγμή που η πραγματική οικονομία αρχίζει να πληρώνει ολοένα μεγαλύτερο τίμημα για μια κλιματική κρίση που οι επενδυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κυρίως ως μακρινό κίνδυνο.