Δυναμικά ξεκινά ο Οκτώβριος με σάτιρα, ιστορικό δράμα, θρίλερ, ντοκιμαντέρ και animation
Ο Οκτώβριος μπαίνει αισιόδοξα, καθώς απόψε ξεκινά μία από τις συναρπαστικότερες κινηματογραφικές εβδομάδες των τελευταίων μηνών. Ο οσκαρικός Αλεχάντρο Ινιαρίτου, με το «Ντίγκερ» και μεταμορφώνοντας τον Τομ Κρουζ, στήνει μία ξέφρενη σάτιρα, η γαλλική κινηματογραφία επιστρέφει στον εμβληματικό ηγέτη, Ντε Γκολ, ενώ το πολύκροτο ντοκιμαντέρ «ΝΑΖΑ», μεταφέρει τη φρίκη ενός σύγχρονου πολέμου. Το θρίλερ «Το Ημερολόγιο της Βέριτι», με τις Αν Χάθαγουεϊ – Ντακότα Τζόνσον και το φεστιβαλικό δράμα «Σιωπηλή Φίλη» της πολυβραβευμένης Ίλντιγκο Ενιέντι, αξίζουν της προσοχής, ενώ ακόμη προβάλλονται η περιπέτεια εποχής «Η Εξέγερση», με τον Άντριου Γκάρφιλντ και το παιδικό animation «Ο Tad και το Μαγικό Λυχνάρι».
Ντίγκερ
(«Digger») Κωμωδία, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου, με τους Τομ Κρουζ, Ριζ Άχμεντ, Τζον Γκούντμαν, Σάντρα Χίλερ, Μάικλ Στούλμπαργκ, Τζέσι Πλέμονς κα.
Από τη μια, η μαύρη κωμωδία και η ξέφρενη σάτιρα, που η πραγματικότητα την ξεπερνά και απ’ την άλλη, ο δύο φορές τιμημένος με Όσκαρ, κορυφαίος Μεξικανός σκηνοθέτης Αλεχάντρο Ινιαρίτου να διευθύνει τον σούπερ σταρ Τομ Κρουζ, μεταμορφωμένο σε κάτι που μπορεί να τον θυμίζει έπειτα από 20 χρόνια – πράμα δύσκολο, σε μία από τις πλέον πολυαναμενόμενες ταινίες της χρονιάς.
Για τον Κρουζ, είναι ακόμη ένα μεγάλο στοίχημα για το πολυπόθητο Όσκαρ, αν και μάλλον οι συμπρωταγωνιστές του, ο βετεράνος Τζον Γκούντμαν και ο ανερχόμενος Ριζ Άχμεντ, φαίνονται από τώρα διεκδικητές του χρυσού αγαλματιδίου για τον β’ ρόλο, ενώ για τον Ινιαρίτου, μοιάζει με ένα τολμηρό βήμα, προσφεύγοντας στο πνεύμα του Κιούμπρικ και τον «Dr. Strangelove» και μία αναμέτρηση με τον ίδιο τον εαυτό του. Βεβαίως, υπάρχει και η Warner Bros που δαπάνησε ένα σκασμό λεφτά – μπορεί και πάνω από 150 εκατομμύρια δολάρια – και προσβλέπει έναν οσκαρικό θρίαμβο και σε εκατομμύρια εισιτήρια σε όλο τον κόσμο.
Πολλά τα στοιχήματα, μεγάλες φιλοδοξίες και υποσχέσεις, για ένα φιλμ, που προφανώς θα διχάσει, με αυτούς που θα απορρίψουν την υπερβολή του και τους σεναριακούς και σκηνοθετικούς ακροβατισμούς και εκείνους που θα το λατρέψουν, για την τρέλα του, την καλλιτεχνική του επάρκεια και τον εντυπωσιακό σχεδιασμό παραγωγής, τις ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών και το νόημά της: Μία τραχιά αποτύπωση του άκρατου καπιταλισμού και των τραγικών επιπτώσεών του στο περιβάλλον, αλλά και την πολιτική γελοιότητα, που τον συνοδεύει. Αντιστρόφως, για τους ίδιους λόγους, μπορεί να την αγαπήσουν ή να την απορρίψουν. Άλλωστε το χάος που επικρατεί πλέον στον κόσμο μας, υπάρχει και στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Ο Ντίγκερ Ρόκγουελ, ένας αδυσώπητος μεγιστάνας του πετρελαίου, προειδοποιείται από έναν υπάλληλό του ότι οι δραστηριότητες της εταιρείας του στη Γροιλανδία προκαλούν ένα τεράστιο ρήγμα σε έναν παγετώνα, που απειλεί με οικολογική καταστροφή τον πλανήτη, καθώς και να οδηγήσει σε σύγκρουση με τη Ρωσία. Αντί, όμως να συνειδητοποιήσει τις ευθύνες του, ο Ρόκγουελ αρπάζει την ευκαιρία και διορίζεται από τον γηραιό και άρρωστο πρόεδρο των ΗΠΑ, για να διαχειριστεί την κρίση. Ο Ρόκγουελ προσπαθεί να πείσει με κάθε τρόπο την ανθρωπότητα ότι είναι ο μοναδικός της σωτήρας, ενώ ταυτόχρονα στόχος του είναι να διατηρήσει την ισχύ του, να βγάλει και άλλα χρήματα και να αποφύγει τις ευθύνες του, ενώ βρίσκεται σε σύγκρουση με έναν υποψιασμένο κυβερνητικό σύμβουλο.
Θέλει αρκετό θάρρος, όταν σε μια υπερπαραγωγή, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ο πρωταγωνιστής είναι από αντιπαθής έως αποκρουστικός (την αγαπημένη του γάτα τη φροντίζει κάνοντάς της μπάνιο…) και στον αντίποδα η συνείδηση της ταινίας, ο καλός της ιστορίας ακουμπά σε έναν Βρετανό ηθοποιό πακιστανικής καταγωγής. Αλλά απ’ τον Ινιαρίτου, δεν έλειψε το θάρρος, όπως και η τόλμη, να μιλήσει με τις ταινίες του, για ενοχλητικά θέματα, τουλάχιστον για την κοινή γνώμη.
Η βαριά σκιά του Κιούμπρικ είναι εμφανής, με την καρτουνίστικη ερμηνεία του Κρουζ, την αίθουσα συσκέψεων και τη συμπεριφορά των μελών της, όπως και η θέληση του Μεξικανού σκηνοθέτη να πάει στα άκρα αυτή τη μαύρη σάτιρά του, πολλές φορές να φτάσει σε μια θεόμουρλη φάρσα, για να μιλήσει για πολύ σοβαρά ζητήματα. Δημιουργώντας την αίσθηση ότι τα πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο, ο Ινιαρίτου ρίχνει όλα του τα όπλα, στη μάχη της πειθούς, σχολιάζοντας την απληστία, την τρέλα της εξουσίας, τη ματαιοδοξία, αλλά και μια εξεζητημένη υπερβολή, που ξεπερνά το χαοτικό μας σύμπαν. Πράγματι, ορισμένες φορές το φιλμ είναι πιο χαοτικό, από τον κόσμο μας, ενώ το σενάριο ακροβατεί με δυσκολία, ορισμένες φορές μάλιστα είναι φανερό ότι τρώει τούμπα. Ωστόσο, υπάρχει πάντα το δίχτυ προστασίας, που οφείλεται στην οξυδέρκεια του Ινιαρίτου, στην αποφασιστικότητά του να μιλήσει, έστω και ορισμένες φορές απλοϊκά, για όλα τα μεγάλα καίρια ζητήματα, που πλέον μας απασχολούν όλο και πιο επιτακτικά.
Ο Τομ Κρουζ, σε έναν κόντρα ρόλο για την κινηματογραφική του περσόνα, που εδώ και χρόνια έχει καθιερώσει με τον «ατρόμητο» πράκτορα Ίθαν Χαντ ή τον παράτολμο πιλότο Μάβερικ, ποντάρει στη μεταμόρφωσή του και το «αγκάλιασμα» ενός αντιπαθητικού και απρόσμενου χαρακτήρα. Ο Γκούντμαν, ως πρόεδρος των ΗΠΑ, φαίνεται να περίμενε καιρό τον ρόλο, ενώ ο εξαιρετικός Άχμεντ, όπως και η πάντα αξιόπιστη Χούλερ, ίσως να κάνουν την έκπληξη, στα Όσκαρ, στα οποία σχεδόν σίγουρα θα βρεθούν στις τεχνικές κατηγορίες, οι αφανείς ήρωες της απλόχερης παραγωγής.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο ξεκινά μια ξέφρενη αποστολή για να αποδείξει ότι είναι ο σωτήρας της ανθρωπότητας… πριν η καταστροφή που έχει προκαλέσει ο ίδιος καταστρέψει τα πάντα.
Ντε Γκωλ: Η Ώρα της Αντίστασης
(«La Bataille De Gaulle: L’Age de Fer») Βιογραφικό δράμα, γαλλικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Αντονίν Μποτρί, με τους Σιμόν Αμπκαριάν, Μπενουά Μαζιμέλ, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Τιερί Λερμίτ, Νιλς Σνάιντερ, Ματιέ Κασοβίτς κα.
Το βρετανικό σινεμά κατά καιρούς μας δίνει και μια βιογραφική πτυχή του Τσόρτσιλ, κάτι που σχεδόν πάντα μοιάζει με συναγωνισμό αγιογραφίας. Εδώ, σε μια γαλλική υπερπαραγωγή, που αγγίζει τα 100 εκατομμύρια ευρώ, ήρθε η ώρα του στρατηγού Ντε Γκολ, ενός εμβληματικού στρατιωτικού και πολιτικού, για τη χώρα του και την Ευρώπη, μιας αντιφατικής προσωπικότητας, που, στους πιο δυσάρεστους καιρούς, κράτησε όρθια τη Γαλλία.
Ένα επικό βιογραφικό ιστορικό, πολεμικό, δράμα, που ξεκινά με την κατάκτηση της Γαλλίας από τους Γερμανούς το 1940 και ολοκληρώνεται με μία ακόμη συνέχεια, στη δεύτερη ταινία (αναμένεται στη χώρα μας τους επόμενους μήνες), με την απελευθέρωση του Παρισιού, η οποία ήδη έκανε πρεμιέρα το καλοκαίρι στους γαλλικές αίθουσες.
Για τη μετέπειτα συνέχεια της διαδρομής του Ντε Γκολ ως πολιτικού ούτε κουβέντα, αφού εν πολλοίς το θέμα καίει.
Ας επιστρέψουμε όμως στην ταινία, που έχει κόψει έως τώρα 3,5 εκατομμύρια εισιτήρια στη Γαλλία, με τις αίθουσες να γεμίζουν κυρίως από νεανικό κοινό. Ο σεναριογράφος και σχεδόν άγνωστος σκηνοθέτης Αντονίν Μποτρί, που υπήρξε διπλωμάτης και μάλιστα σύμβουλος και του υπουργού Εξωτερικών Ντομινίκ ντε Βολπέν, υπό την προεδρία Σιράκ, θέλοντας να ξεφύγει από μία συνηθισμένη αγιογραφία ιστορικού προσώπου, δεν είναι λίγες οι φορές που επιστρατεύει το χιούμορ και κωμικές καταστάσεις, ενώ ο Ντε Γκολ παρουσιάζεται ως αντισυμβατικός ήρωας ή ακόμη και ως χαρακτήρας κόμικς.
Ο Ντε Γκολ, εξόριστος στο Λονδίνο, που αρνείται να δεχθεί την ατίμωση της κυβέρνησης του Βισύ και τη συνθηκολόγησή της με τους ναζί, χωρίς στρατό και με λιγοστές ελπίδες, θα βρει υποστήριξη απ’ τον Τσόρτσιλ. Ο Τσόρτσιλ του παρέχει τα απαραίτητα, ακόμη και πρόσβαση στο BBC, ενώ στη συνέχεια συγκεντρώνει μια ετερόκλητη ομάδα ομογενών ως εξόριστο υπουργικό συμβούλιο. Ατρόμητος στρατιωτικός, βρίσκεται στην Αφρική και στο χάος που επικρατεί εκεί, όπου ηγείται μιας αριθμητικά μικρότερης ταξιαρχίας στην έρημο Μπιρ Χακέιμ, των Ελεύθερων Γάλλων, που αντιστέκονται θαρραλέα απέναντι στις ανώτερες δυνάμεις του Ρόμελ και δίνουν την ευκαιρία στις βρετανικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν.
Βασισμένος στο βιογραφικό βιβλίο του Άγγλου Τζούλιαν Τζάκσον «Μια Κάποια Ιδέα για τη Γαλλία: Η Ζωή του Σαρλ ντε Γκωλ», φτιάχνει ένα φιλμ, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό, με γρήγορο ρυθμό, κοφτερό μοντάζ και σχεδόν ιλουστρασιόν εικόνα, κρατώντας μία ελάχιστη αποστασιοποίηση από πρόσωπα και γεγονότα. Είναι φανερή η καλοπροαίρετη προσέγγιση προς τον Γάλλο στρατηγό, που τον σκιαγραφεί πολλές φορές ως έναν Δον Κιχότη, ελαφρώς παράλογο, υπεροπτικό και βάζοντας στο στόμα του δηλητηριώδεις ατάκες. Κάτι που υπηρετεί θαυμάσια ο Γαλλοαρμένιος ηθοποιός Σιμόν Αμπκαριάν.
Ταυτόχρονα, αναπτύσσει την ιστορία, που ενθουσίασε τους Γάλλους, λόγω της συγκυρίας και την ανάγκη τόνωσης της εθνικής υπερηφάνειας, όχι τόσο ως ένα ξεφύλλισμα γεγονότων, όσο ως ένα κατασκοπικό θρίλερ, με τις κωμικές πινελιές να δίνουν τον τόνο και να κάνουν αν μη τι άλλο ευχάριστη τη θέασή της.
Εν ολίγοις, ένα βιογραφικό φιλμ που έχει τα θετικά και τα αρνητικά του και σηκώνει συζητήσεις, αλλά βλέπεται ευχάριστα και με ενδιαφέρον, παρά τα 160 λεπτά διάρκειας και διαθέτει ένα ευπρόσωπο καστ, απ’ το οποίο ξεχωρίζει ο Βρετανός ηθοποιός Σάιμον Ράισελ Μπιλ, στον ρόλο του Τσόρτσιλ.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ…Ιούνιος 1940. Η Γαλλία καταρρέει και υπογράφει την ανακωχή. Μέσα στο χάος, ένας άνθρωπος αρνείται να παραδοθεί. Μόνος απέναντι στις αντιξοότητες, αυτός ο άγνωστος στρατηγός διαφεύγει στο Λονδίνο για να σώσει ό,τι έχει απομείνει από την ελευθερία. Χωρίς στρατό, χωρίς υποστήριξη, χωρίς ελπίδα. Όμως, με μία παράλογη πεποίθηση: ότι η Γαλλία, η δική του Γαλλία, δεν έχει καταθέσει τα όπλα.
Naza
(«Naza») Ντοκιμαντέρ, βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Γιουβάλ Αβραχάμ και Ρέιτσελ Σορ.
Συνταρακτικό και ομολογουμένως τολμηρά αποκαλυπτικό, το ντοκιμαντέρ των Ισραηλινών Γιουβάλ Αβραχάμ και Ρέιτσελ Σορ, του βραβευμένου με Όσκαρ «Καμιά Άλλη Γη», μας μεταφέρει τη φρίκη ενός σύγχρονου πολέμου, που πλέον η εκτεταμένη σφαγή αμάχων δεν είναι μία «παράπλευρη απώλεια», αλλά μία στρατηγική επιδίωξη.
Οι δύο δημιουργοί, που έχουν μπει στο στόχαστρο της ισραηλινής κυβέρνησης και κατηγορούνται για προδοσία, αυτή τη φορά στρέφουν την κάμερά τους από τη Δυτική Όχθη προς το εσωτερικό του ισραηλινού στρατιωτικού μηχανισμού πληροφοριών, μέσα από σοκαριστικές μαρτυρίες.
Γυρισμένο σε μια περίοδο τριών ετών, το φιλμ μας μεταφέρει νύχτα σε ταράτσες κτηρίων του Τελ Αβίβ, όπου η κάμερα παρακολουθεί τα φωτισμένα παράθυρα απέναντι τους κατοίκους της πόλης να βλέπουν τηλεόραση και να συνεχίζουν αμέριμνοι τις ζωές τους, ενώ λίγο πιο πέρα, στη Γάζα, υλοποιείται ένα σχέδιο «γενοκτονίας», όπως παραδέχονται διστακτικά οι άνθρωποι που εκτελούν τη μακάβρια αποστολή.
Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει διηγήσεις ανώνυμων (για ευνόητους λόγους) αξιωματικών, που αναφέρουν ότι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούν τα πάντα και πως με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης οργανώνουν τα χτυπήματά τους σε συγκεκριμένους στόχους, αποδεικνύοντας ότι η τελική επιδίωξη είναι η ισοπέδωση της Γάζας και το ξερίζωμα των κατοίκων της. Για κάθε εξόντωση στελέχους της Χαμάς δικαιολογείται ακόμη και ο χαμός εκατοντάδων αμάχων. Αυτό στην ορολογία των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών λέγεται «ΝΑΖΑ».
Τα λόγια των ανθρώπων που συμμετέχουν σε μια σφαγή, προκαλούν ανατριχίλες. Παρότι αναγνωρίζουν πως συμμετέχουν σε μια γενοκτονία, όχι μόνο δεν σταματούν αλλά νιώθουν και ικανοποίηση από την ολοκλήρωση των στόχων τους. Και ας βλέπουν ότι η «έξυπνη βόμβα» τους σκορπάει πτώματα παιδιών, γυναικών, γερόντων. Και απ’ την άλλη, η ισραηλινή κοινή γνώμη συνεχίζει αμέριμνη τη ζωή της, πιστεύοντας βολικά ότι ο στρατός τους αμύνεται απέναντι στο απόλυτο κακό.
Το πολύκροτο φιλμ, που απέσπασε το βραβείο της Επιτροπής στο φεστιβάλ Βενετίας και ένα θερμό χειροκρότημα για περίπου 25 λεπτά, πέρα από τον στόχο της αφύπνισης, φωτίζει τους πιο σκοτεινούς μηχανισμούς μιας πανίσχυρης στρατιωτικής μηχανής.
Το Ημερολόγιο της Βέριτι
(«Verity») Θρίλερ, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Μάικλ Σόουαλτερ, με τους Αν Χάθαγουεϊ, Ντακότα Τζόνσον, Τζος Χάρτνετ, Ισμαέλ Κρουζ Κόρντοβα, Μπρέιντι Γουάγκνερ κα.
Οξύ, ψυχολογικό θρίλερ, με έντονο ερωτισμό κι ένα ελκυστικό πρωταγωνιστικό τρίο – Αν Χάθαγουεϊ, Ντακότα Τζόνσον και Τζος Χάρτνετ – βασισμένο στο ομώνυμο μπεστ σέλερ της Κόλιν Χούβερ και βασισμένο στην αμφιβολία για τον χαρακτήρα των ηρώων.
Έχοντας ως οδηγό το σκοτεινό μυθιστόρημα της Χούβερ, εντελώς διαφορετικό απ’ τα ρομαντικά βιβλία της, ο σκηνοθέτης Μάικλ Σόουαλτερ, που κι αυτός πέφτει για πρώτη φορά στα βαθιά ενός ψυχολογικού θρίλερ, αφού έκανε κυρίως αισθηματικές κομεντί, βρίσκει την ευκαιρία να φτιάξει ένα καθηλωτικό φιλμ, παρά τις όποιες αδυναμίες του.
Η Λόουεν Άσλεϊ, μια συγγραφέας που παλεύει να σταθεί επαγγελματικά, δέχεται μια ασυνήθιστη πρόταση από τον Τζέρεμι Κρόφορντ: να ολοκληρώσει τη επιτυχημένη σειρά βιβλίων της συζύγου του, της διάσημης αλλά ανήμπορης πλέον να γράψει, Βέριτι. Μετακομίζοντας στο απομονωμένο σπίτι της οικογένειας, για να συγκεντρώσει υλικό, η Λόουεν ανακαλύπτει ένα κρυφό χειρόγραφο, που αποκαλύπτει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για την ψυχολογική κατάσταση της Βέριτι και τη σχέση της με τον Τζέρεμι. Καθώς βυθίζεται όλο και περισσότερο στα γραπτά, αρχίζει να αμφισβητεί τι είναι αλήθεια και τι κατασκευασμένη αφήγηση, εγκλωβισμένη σε ένα επικίνδυνο ερωτικό παιχνίδι εμμονής.
Αν και μάλλον οι θιασώτες του ψυχολογικού, ερωτικού θρίλερ, θα νιώσουν, χωρίς να έχουν άδικο, ότι το στόρι κάπου το έχουν ξαναδεί, το φιλμ διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις, για να φτάσει την αγωνία στα ύψη και να δημιουργήσει την αμφιβολία γύρω από τα τρία κεντρικά πρόσωπα. Είναι η Βέριτι θύμα ή χειραγωγός ή μήπως δεν ισχύει τίποτα απ’ αυτά και ο σύζυγός της είναι πίσω από την εφιαλτική ιστορία;
Ο Σόουαλτερ, αν και ορισμένες φορές χάνει τον ρυθμό και δείχνει σχετικά άτολμος, σε κάποιες σκηνές, αν και ο αισθησιασμός είναι εμφανής, δεν υπερβάλει στο νοσηρό κλίμα, κρατά το ενδιαφέρον μέχρι το αποκαλυπτικό φινάλε, μεταδίδει τον ηλεκτρισμό ανάμεσα στις σχέσεις των δυο πρωταγωνιστριών και τονώνει τη χημεία τους, με την Χάθαγουεϊ να κερδίζει τις εντυπώσεις, εμφανιζόμενη επικίνδυνα σαγηνευτική.
Ένα καλοβαλμένο φιλμ, με τρεις καλές ερμηνείες και γοτθική ατμόσφαιρα, που, κακά τα ψέματα, στα χέρια ενός Ντε Πάλμα, θα μπορούσε να είχε απογειωθεί.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η συγγραφέας Λόουεν Άσλεϊ δέχεται μία πρόταση να πάει στο απομονωμένο σπίτι της Βέριτι, για να ολοκληρώσει βιβλία της, αλλά βρίσκει ένα κρυφό, τρομακτικό αυτοβιογραφικό χειρόγραφο για τις σχέσεις της με τον άντρα της Τζέρεμι.
Σιωπηλή Φίλη
(«Stille Freundin») Δραματική ταινία, γερμανικής και ουγγρικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ίλντικο Ενιέντι, με τους Τόνι Λιούνγκ Τσίου-γουάι, Λούνα Βέντλερ, Λέα Σεϊντού, Έντσο Μπρουμ, Σίλβεστερ Γκροτ, Μάρτιν Βούτκε, Ράινερ Μποκ κα.
Με τη βούλα φεστιβαλικό στοχαστικό δράμα, αργών υπομονετικών ρυθμών και μεγάλης διάρκειας, που εξελίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους, από την πολυβραβευμένη, σε μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, Ουγγαρέζα σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Ίλντικο Ενιέτι.
Άλλωστε, το βαθυστόχαστο φιλμ, μερικές φορές περισσότερο απ’ όσο αντέχει ακόμη και ο μυημένος θεατής στο σινεμά της Ενιέντι, έρχεται στη χώρα μας έχοντας στις αποσκευές του το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ του Βαγιαδολίδ και το βραβείο FIPRESCI και νεαρής ερμηνεύτριας, για τη Λούνα Βέντλερ, στη Βενετία.
Το 1908, η Γκρέτε αγωνίζεται να εισαχθεί στη σχολή βοτανικής ενός γερμανικού πανεπιστημίου, αλλά βρίσκει μπροστά της τα ανυπέρβλητα εμπόδια του φύλου της. Το 1972, η Γκουντούλα μελετά τις αισθήσεις των φυτών, με τη βοήθεια του εσωστρεφούς συμφοιτητή της, σε ένα πεδίο όπου η επιστήμη μπλέκεται με την αφανή επιθυμία. Το 2020, ο νευρολόγος Τόνι Γουόνγκ και η διακεκριμένη βοτανολόγος Αλίς Σοβάζ αναζητούν τις αθέατες συνδέσεις ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο -και ίσως ανάμεσα στους ίδιους. Κοινός πρωταγωνιστής, ένα γιγάντιο δέντρο γκίνγκο που βρίσκεται στον βοτανικό κήπο μιας γερμανικής πόλης.
Γυρισμένη με διαφορετικό φορμά η καθεμιά από τις τρεις ιστορίες και εποχές (το 1908 σε ασπρόμαυρο 35mm, το 1972 σε έγχρωμο 16mm και το 2020 ψηφιακά), η ταινία αναδεικνύει σε πρωταγωνιστή το γιγαντιαίο γκίνγκο, το οποίο μετατρέπεται σε σύμβολο αιωνιότητας και σιωπηλό παρατηρητή της ανθρώπινης ιστορίας.
Η υψηλή αισθητική της ταινίας δίνει έναν γοητευτικό ποιητικό τόνο και στις τρεις ιστορίες, που δεν δένουν μεταξύ τους, αλλά προκαλούν το δέος για τη φύση, τη σημασία της, σε έναν παράλληλο δρόμο με την ανθρώπινη ιστορία. Οι κεντρικοί χαρακτήρες προσπαθούν να κατανοήσουν τον φυσικό κόσμο και μάταια να συνδεθούν μαζί του, αλλά μέσα απ’ αυτόν να συναισθανθούν τη δική τους πορεία στον χρόνο και την αλλοτρίωσή τους.
Οπτικά εντυπωσιακή ταινία, που απαιτεί, όμως, υπομονή, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά του σινεμά της Ενιέντι, η οποία φυτεύει στο λυρικό της φιλμ μια ιστορία ανεπαίσθητων αποχρώσεων και κομψότητας, μιλώντας για το αιώνιο και το εφήμερο.
Έξοχη η μελετημένη ερμηνεία του Τόνι Λιούνγκ Τσίου-γουάι, ενώ από κοντά και η νεαρή Λούνα Βέντλερ και η Λέα Σεϊντού, που συμβάλλουν όσο μπορούν στη χαμηλόφωνη, αλλά γεμάτη ουσία ταινία της Ενιέντι.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Τρεις ιστορίες διαφορετικών εποχών, των αρχών του 20ου αιώνα, του 1972 και το 2020, περιστρέφονται γύρω από ένα υπεραιωνόβιο γιγαντιαίο δέντρο γκίνγκο, που βρίσκεται στον βοτανικό κήπο μίας γερμανικής πόλης και το οποίο μετατρέπεται σε σύμβολο αιωνιότητας και σιωπηλό μάρτυρα της ανθρώπινης ιστορίας.
Η Εξέγερση
(«The Uprising») Ιστορική περιπέτεια, βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Πολ Γκρίνγκρας, με τους Άντριου Γκάρφιλντ, Τζέιμι Μπελ, Τομαζίν Μακένζι, Κόσμο Τζάρβις, Κάθριν Γουότερστον, Τομ Χολάντερ κα.
Ίσως είναι η εποχή, ίσως και μια σύμπτωση. Ακόμη ένα επικό ιστορικό φιλμ εποχής, εκείνης του Μπεν Χουρ, χωρίς όμως τον αγαπημένο ήρωα να έχει κάποιον ρόλο εδώ, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη.
Ο ικανότατος Πολ Γκρίνγκρας, της τριλογίας του Μπορν, έχοντας ως πρωταγωνιστή τον Άντριου Γκάρφιλντ, να ηγείται μίας από τις σημαντικότερες εξεγέρσεις στο νησί, εναντίον της καταπίεσης του στέμματος το 1381, σκιαγραφεί, με γκρίζα ομιχλώδη χρώματα, μια μεσαιωνική ιστορία, γεμάτη λάσπη, σφαγές αλλά και σύγχρονη ματιά.
Στα τέλη του 14ου αιώνα, η Αγγλία μοιάζει ένα άθλιο μέρος, όχι μόνο λόγω της λάσπης και του γκρίζου ουρανού, αλλά και της καταπίεσης ενός λαού, που ο δεσποτικός βασιλιάς τον αντιμετωπίζει σαν απόβρασμα, αποσπώντας και τα λίγα που έχουν μέσω των υπέρογκων φόρων, για να προωθήσει τη δική του ματαιοδοξία. Ένας εξαθλιωμένος αγρότης, που θρηνεί την απώλεια της συζύγου και των δυο παιδιών του, από πανώλη, εξεγείρεται σε μία ακόμη ταπείνωση των στρατιωτών και ξεσπά μια γενικευμένη εξέγερση.
Αποφεύγοντας τους ιστορικούς ηγέτες της εξέγερσης Τζον Μπολ και Γουάτ Τάιλερ, ο Γκρινγκράς δίνει τον κεντρικό χαρακτήρα σε έναν απλό αγρότη, ως σύμβολο των εξεγερμένων ανώνυμων αγροτών της εποχής, αλλά πολύ λίγο στηρίζει την επιλογή αυτή. Ο Γκράρφιλντ, δεν είναι ο πειστικός ήρωας, φαίνεται κατασκευασμένος, ενώ πολύ γρήγορα το στομφώδες φιλμ εξελίσσεται σε μία αιματοβαμμένη διαδρομή μέσα στη λάσπη, ασύνδετη και χωρίς συναισθηματικό βάθος.
Και δεν είναι μόνο αυτό, που περιορίζει το ενδιαφέρον της ταινίας. Οι παραλληλισμοί της μεσαιωνικής ιστορίας με τη σημερινή πολιτική κατάσταση, μπορεί να ταυτίζεται από πολλούς καταπιεσμένους ανθρώπους, που περιφρονούνται από τις εξουσίες, αλλά και πάλι ο Γκρίνγκρας δεν αφήνει στιγμή να πάρει το κοινό ανάσα ή να σκεφτεί, από την καταιγιστική δράση και τις σφαγές, τα νευρικά πλάνα και τις εναέριες λήψεις.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στην Αγγλία του 14ου αιώνα, που μαστίζεται από την πανώλη, ένας χωρικός πυροδοτεί μια εξέγερση εναντίον του βασιλιά Ριχάρδου Β’ και άθελά του γίνεται θρύλος της αντίστασης.
Ακόμη προβάλλεται η ταινία:
Ο Tad και το Μαγικό Λυχνάρι
(«Tadeo Jones y la Lampara Maravillosa») Κεφάτη και χορταστική παιδική περιπέτεια κινουμένων σχεδίων, με τον Ταντ Τζόουνς, να επιστρέφει, για τέταρτη φορά, στη μεγάλη οθόνη, 25 χρόνια μετά τη δημιουργία του χαρακτήρα του από τον Ενρίκε Γκάτο.
Η Όλι, η ατρόμητη κόρη του Ταντ, τον έχει μεταμορφώσει σε υπερπροστατευτικό πατέρα, ενώ ο Μούμιας αισθάνεται παραμελημένος. Όταν βρίσκουν το μαγικό λυχνάρι από τις Χίλιες και Μία Νύχτες στο παλάτι του Μπάκιγχαμ, ο Μούμιας ζητά να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο στο Παϊτίτι του Περού, το 1502, τότε που ήταν νέος και όλοι τον αγαπούσαν. Αποφασίζουν το ταξίδι στον χρόνο, αλλά και πέρα από τον Ατλαντικό ωκεανό, για να περάσουν από το Περού στην Ελλάδα κι από εκεί στη Μέση Ανατολή, μέχρι τη σπηλιά του Αλί Μπαμπά και των Σαράντα Κλεφτών.
Προσεγμένη ισπανική παραγωγή (2026), ψηφιακό σχέδιο, που δεν ενοχλεί και διασκεδαστική ιστορία, που μιλά και ελληνικά, με τις φωνές των Ανδρέα Τσελέπου, Άρη Κυπριανού, Νίκη Δραγούμη, Ιωάννα Παπαμιχαλοπούλου, Μάριαν Κυπριανού κα.