Στα 1,5–2 εκατ. ευρώ ετησίως εκτιμάται η λειτουργία και συντήρηση της νέας υπόγειας λεωφόρου
Μια νέα, μόνιμη οικονομική υποχρέωση αναμένεται να αναλάβει η Περιφέρεια Αττικής μετά την ολοκλήρωση της υπογειοποίησης της Λεωφόρου Ποσειδώνος στο Ελληνικό, καθώς σε αυτήν θα περάσουν η λειτουργία, η συντήρηση και κρίσιμες αρμοδιότητες ασφαλείας της σήραγγας. Το ετήσιο κόστος εκτιμάται από παράγοντες της αγοράς σε 1,5 έως 2 εκατ. ευρώ, προκαλώντας ήδη έντονες αντιδράσεις στην Αυτοδιοίκηση των νοτίων προαστίων για το ποιος τελικά θα πληρώνει σε βάθος χρόνου τη λειτουργία του έργου.
Το ζήτημα ανέδειξε ρεπορτάζ του Γιώργου Λιάλιου στην «Καθημερινή», σύμφωνα με το οποίο η Περιφέρεια Αττικής θα αναλάβει τη διαχείριση της νέας σήραγγας μετά την ολοκλήρωση και αδειοδότησή της.
Το έργο προβλέπει τη μετατόπιση της Λεωφόρου Ποσειδώνος δυτικότερα σε μήκος 1,75 χιλιομέτρων και την υπογειοποίηση τμήματος περίπου 1,15 χιλιομέτρων.
Το κόστος κατασκευής, ύψους περίπου 55 εκατ. ευρώ, καλύπτεται από τη Lamda Development.
Τι προβλέπει η απόφαση για τη διαχείριση της σήραγγας
Με την απόφαση 12/2025 της Διοικητικής Αρχής Σηράγγων (ΔΑΣ), διαχειριστής κατά τη φάση μελέτης και κατασκευής έχει οριστεί η «Ελληνικό ΜΑΕ», θυγατρική της Lamda Development.
Μετά την αδειοδότηση του έργου, όμως, η ευθύνη περνά στην Περιφέρεια Αττικής.
Η λειτουργία μιας οδικής σήραγγας αυτών των χαρακτηριστικών απαιτεί συνεχή λειτουργία συστημάτων πυρασφάλειας και εξαερισμού, κάμερες, αυτόματη ανίχνευση περιστατικών, ειδική σήμανση και μηχανισμούς διαχείρισης της κυκλοφορίας.
Προβλέπεται ακόμη κέντρο ελέγχου, ο εξοπλισμός του οποίου θα γίνει από τη Lamda Development.
Για την Περιφέρεια, ωστόσο, οι υποχρεώσεις δεν περιορίζονται στη συντήρηση του έργου. Περιλαμβάνουν τη στελέχωση του κέντρου ελέγχου, τον ορισμό διαχειριστή και αρμοδίου ασφαλείας, καθώς και την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών μέσα στη σήραγγα.
Τι λένε Lamda Development και Περιφέρεια Αττικής
Η Lamda Development επιβεβαίωσε ότι η Περιφέρεια Αττικής έχει οριστεί από τη ΔΑΣ ως μελλοντικός διαχειριστής.
Με την ολοκλήρωση των εργασιών, η σήραγγα πρόκειται να παραδοθεί στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών ως έργο υποδομής του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού.
Η εταιρεία επισημαίνει, πάντως, ότι το πραγματικό κόστος λειτουργίας και συντήρησης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί, καθώς θα εξαρτηθεί από το μοντέλο διαχείρισης και τις τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις.
Από την πλευρά της Περιφέρειας, ο αντιπεριφερειάρχης Μητροπολιτικών Υποδομών και Δικτύων Λευτέρης Κοσμόπουλος σημειώνει ότι, αφού η Λεωφόρος Ποσειδώνος ανήκει στην Περιφέρεια, το ίδιο θα ισχύει και για το υπογειοποιημένο τμήμα της.
Η Περιφέρεια θα εξετάσει το μοντέλο λειτουργίας όταν αποκτήσει πλήρη εικόνα του εξοπλισμού και των απαιτήσεων, ενώ παραμένει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ανάθεσης μέρους της διαχείρισης σε ιδιώτη.
Τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση – Για το 2027-2028 η ολοκλήρωση
Η νέα υπόγεια Λεωφόρος Ποσειδώνος θα διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Το έργο, η ολοκλήρωση του οποίου είχε αρχικά τοποθετηθεί νωρίτερα, εκτιμάται πλέον ότι θα ολοκληρωθεί την περίοδο 2027-2028.
Η μετατόπιση της παραλιακής έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να ενοποιηθεί το τμήμα του πρώην αεροδρομίου με το παραλιακό μέτωπο του Αγίου Κοσμά, απομακρύνοντας τη σημερινή λεωφόρο από τις νέες αναπτύξεις της επένδυσης.
«Γιατί τα κέρδη ιδιωτικά και τα έξοδα δημόσια;»
Η προοπτική μεταφοράς του κόστους λειτουργίας στο Δημόσιο προκαλεί έντονη κριτική από την πλευρά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα νότια προάστια.
Στην παρέμβαση που ακολούθησε το δημοσίευμα τίθεται ευθέως το ερώτημα γιατί η δαπάνη διαχείρισης και συντήρησης μιας υπογειοποίησης που συνδέεται άμεσα με την επένδυση του Ελληνικού θα πρέπει να επιβαρύνει σε μόνιμη βάση την Πολιτεία.
Η κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι η νέα χάραξη της Ποσειδώνος επιτρέπει την ενοποίηση της έκτασης του πρώην αεροδρομίου με την παραλία, περιορίζει την όχληση του δρόμου στις νέες κατοικίες και εγκαταστάσεις και δημιουργεί σημαντικές υπεραξίες στην έκταση της επένδυσης.
«Γιατί εφαρμόζεται η λογική “τα κέρδη ιδιωτικά, τα έξοδα δημόσια”;», είναι ένα από τα βασικά ερωτήματα που τίθενται.
Ενστάσεις και για το κυκλοφοριακό
Στην ίδια παρέμβαση αμφισβητείται ότι η συγκεκριμένη υπογειοποίηση μπορεί από μόνη της να επιλύσει το κυκλοφοριακό πρόβλημα στη νότια Αττική.
Όπως υποστηρίζεται, η αρχή και το τέλος της σήραγγας θα καταλήγουν σε σημεία όπου ήδη εμφανίζεται συμφόρηση, με αποτέλεσμα να υπάρχει ανησυχία ότι οι καθυστερήσεις απλώς θα μεταφερθούν μέσα σε ένα κλειστό τούνελ μήκους περίπου 1,2 χιλιομέτρων.
Παράλληλα, τίθεται ζήτημα ασφαλείας σε περίπτωση τροχαίου ή άλλου έκτακτου συμβάντος σε συνθήκες μεγάλης κυκλοφοριακής επιβάρυνσης.
Οι δύο όροι που θέτουν οι αυτοδιοικητικές φωνές
Η θέση που διατυπώνεται είναι σαφής: εφόσον οι επενδυτές δεν αναλάβουν το κόστος λειτουργίας της σήραγγας, η Πολιτεία καλείται να επανεξετάσει τους όρους υπό τους οποίους θα την παραλάβει.
Παράλληλα, εάν τελικά το Δημόσιο και η Περιφέρεια αναλάβουν τη μόνιμη οικονομική επιβάρυνση, ζητείται η έκταση της σημερινής Λεωφόρου Ποσειδώνος που θα πάψει να έχει τη σημερινή χρήση της να αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η πρόταση είναι ο χώρος αυτός να αξιοποιηθεί για τη συνέχεια του πεζοδρόμου και του ποδηλατοδρόμου της Αθηναϊκής Ριβιέρας, ώστε να δημιουργηθεί απτό δημόσιο όφελος ως αντιστάθμισμα για το κόστος που θα αναληφθεί.
Στο προσκήνιο ξανά το κυκλοφοριακό της Νότιας Αττικής
Το θέμα επαναφέρει συνολικά τη συζήτηση για τις επιπτώσεις που θα έχει η ανάπτυξη του Ελληνικού στο ήδη επιβαρυμένο κυκλοφοριακό δίκτυο των νοτίων προαστίων.
Οι Δήμοι Γλυφάδας και Αλίμου έχουν επανειλημμένα θέσει το ζήτημα της συνολικής αντιμετώπισης του κυκλοφοριακού, εκτιμώντας ότι οι νέες μετακινήσεις που θα δημιουργήσει η επένδυση θα προστεθούν στους υφιστάμενους φόρτους.
Παράλληλα, επανέρχεται το ζήτημα της επέκτασης του Μετρό, για την οποία επισημαίνεται ότι δεν υπάρχουν ακόμη συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και εξασφαλισμένοι πόροι.
Οι δύο Δήμοι υποστηρίζουν διαχρονικά την υπογειοποίηση της Ποσειδώνος σε μεγαλύτερο τμήμα του παραλιακού μετώπου, ως ένα συνολικό έργο υποδομής και όχι ως μεμονωμένη παρέμβαση που συνδέεται αποκλειστικά με την επένδυση στο Ελληνικό.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η θέση αυτή δεν στρέφεται κατά των επενδύσεων ή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αλλά αφορά την κατανομή του κόστους και των ωφελειών ανάμεσα σε επενδυτές, κράτος και τοπικές κοινωνίες.
Το μήνυμα με το οποίο κλείνει η παρέμβαση είναι χαρακτηριστικό: «Δεν μπορεί να επικρατήσει η λογική “μονά-ζυγά δικά μας”».
