Εντείνονται οι έλεγχοι μετά τα περιστατικά σε Ρέντη και Μεταμόρφωση – Προειδοποιήσεις για σοβαρούς περιβαλλοντικούς κινδύνους
Αυστηρό μήνυμα προς όσους εξακολουθούν να ρυπαίνουν τον Κηφισό στέλνει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά τα πρόσφατα περιστατικά σε Ρέντη και Μεταμόρφωση. Οι έλεγχοι εντείνονται, με τη συμμετοχή Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, Περιφέρειας Αττικής και, όπου απαιτείται, της ΕΛ.ΑΣ., ενώ ο καθηγητής Δημοσθένης Σαρηγιάννης προειδοποιεί ότι σε τμήματα του ποταμού η οικολογική υποβάθμιση είναι ήδη τεκμηριωμένη.
Ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ Πέτρος Βαρελίδης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ξεκαθάρισε ότι οι τακτικοί και έκτακτοι έλεγχοι θα συνεχιστούν.
Όπως ανέφερε, στους ελέγχους συμμετέχουν οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος και η Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Αττικής, ενώ υπάρχει συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία όπου κρίνεται αναγκαίο.
Πρόστιμα ανάλογα με τον τζίρο των επιχειρήσεων
Ο Πέτρος Βαρελίδης επισημαίνει ότι σε κάθε διαπιστωμένη παράβαση εφαρμόζεται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει συγκεκριμένη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των διοικητικών προστίμων.
Το ύψος των κυρώσεων είναι αναλογικό και με τον κύκλο εργασιών της επιχείρησης που παραβαίνει την περιβαλλοντική νομοθεσία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η διαφάνεια και η δίκαιη εφαρμογή των κυρώσεων, οι οποίες μπορεί να είναι διοικητικές αλλά και ποινικές.
Σαρηγιάννης: «Έχει χάσει τη βιοκοινότητά του»
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η επιστημονική αποτίμηση που κάνει ο διευθυντής και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ Δημοσθένης Σαρηγιάννης.
Όπως υπογραμμίζει, η οικολογική κατάρρευση στον Κηφισό είναι τεκμηριωμένη, ενώ δύο από τις σοβαρότερες πιθανές οδούς έκθεσης παραμένουν ακόμη χωρίς επαρκείς μετρήσεις.
Η βιολογική ποιότητα του Κηφισού χαρακτηρίζεται «φτωχή» από το 2020, με το σοβαρότερο πρόβλημα να εντοπίζεται στο τμήμα από τον Κόκκινο Μύλο έως τη Λεωφόρο Κύμης, όπου η υψηλή αστική πυκνότητα συναντά τη βιομηχανική δραστηριότητα.
Αντίθετα, σύμφωνα με τον καθηγητή, καλύτερη εικόνα διατηρούν τα ανάντη ορεινά τμήματα και η εκβολή.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ο ποταμός σε συγκεκριμένα σημεία «δεν ρυπαίνεται απλώς», αλλά έχει χάσει τη βιοκοινότητά του.
Οι άγνωστοι κίνδυνοι για τον υδροφορέα
Στο πεδίο της δημόσιας υγείας, ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης επισημαίνει ότι αυτό που έχει ήδη καταγραφεί είναι η μικροβιακή επιβάρυνση.
Ωστόσο, παραμένουν δύο κρίσιμα πεδία στα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν υπάρχουν ακόμη οι αναγκαίες μετρήσεις.
Το πρώτο αφορά τον υπόγειο υδροφορέα. Εάν η ρύπανση του ποταμού έχει περάσει στα υπόγεια νερά, όπως εξηγεί, τα περιθώρια ασφαλείας για αρσενικό και μόλυβδο μπορεί να μειωθούν αντίστοιχα στο 2,7 και 3,4, τιμές που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητικές.
Ο καθηγητής σημειώνει ότι μέχρι στιγμής δεν έχει πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη διερεύνηση μέσω γεωτρήσεων.
104.000 κάτοικοι κοντά στην ανοιχτή κοίτη
Το δεύτερο ζήτημα αφορά περίπου 104.000 κατοίκους που, σύμφωνα με τον κ. Σαρηγιάννη, ζουν σε απόσταση έως 200 μέτρων από τμήματα ανοιχτής κοίτης με κοπρανώδες φορτίο.
Οι κάτοικοι αυτοί ενδέχεται να εκτίθενται σε αερολύματα που παράγονται από το νερό του ποταμού, ωστόσο, όπως επισημαίνει, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα μετρήσεις της ποιότητας του αέρα που να αποτυπώνουν το μέγεθος του κινδύνου.
Τα άμεσα μέτρα που προτείνει
Ο καθηγητής θέτει συγκεκριμένη σειρά προτεραιοτήτων για την αντιμετώπιση της κατάστασης.
Σε πρώτο επίπεδο προτείνει μέτρα χαμηλού κόστους και άμεσης εφαρμογής, όπως γάντια, μπότες και συγκεκριμένο πρωτόκολλο υγιεινής για περίπου 450 εργαζόμενους, καθώς και περίφραξη των ανοιχτών ρεμάτων που βρίσκονται κοντά σε σχολεία.
Ακολουθεί η ανάγκη σφράγισης των φρεατίων ομβρίων σε χώρους στάθμευσης βαρέων οχημάτων.
Ο ίδιος εισηγείται επίσης την εγκατάσταση αισθητήρων συνεχούς μέτρησης pH σε πέντε σημεία, ώστε να εντοπίζονται άμεσα ενδεχόμενες όξινες απορρίψεις, οι οποίες μπορεί να μην καταγράφονται από τις εποχικές δειγματοληψίες.
Γεωτρήσεις και μετρήσεις στον αέρα
Στο επόμενο επίπεδο, ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης θεωρεί απαραίτητες πιο εξειδικευμένες μετρήσεις, οι οποίες μπορούν να δώσουν σαφέστερη εικόνα για την έκταση της ρύπανσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ποσοτική καταγραφή παθογόνων, οι γεωτρήσεις για τον έλεγχο των υπόγειων υδάτων και η συστηματική δειγματοληψία του αέρα κοντά στην ανοιχτή κοίτη.
Θέτει ακόμη ένα πεδίο ελέγχου που, όπως αναφέρει, δεν έχει μέχρι σήμερα ζητηθεί: την αναζήτηση φαρμακευτικών καταλοίπων και γονιδίων αντοχής στα αντιβιοτικά, καθώς μέρος του φορτίου που έχει εντοπιστεί στον Κηφισό φέρεται να είχε νοσοκομειακή προέλευση.
«Όσο η παρανομία συμφέρει, τα βυτιοφόρα θα βρίσκουν φρεάτιο»
Για τον καθηγητή, καθοριστικό στοιχείο για την αποτροπή νέων περιστατικών είναι και το ύψος των κυρώσεων.
Η θέση του είναι ότι τα πρόστιμα πρέπει να υπερβαίνουν το κόστος που θα είχε για μια επιχείρηση η νόμιμη διάθεση των αποβλήτων της, ώστε η παράνομη απόρριψη να πάψει να αποτελεί οικονομικά συμφέρουσα επιλογή.
«Όσο η παρανομία συμφέρει, τα βυτιοφόρα θα βρίσκουν φρεάτιο», καταλήγει ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης.
Η υπόθεση του Κηφισού επαναφέρει έτσι στο προσκήνιο όχι μόνο την ανάγκη συστηματικών ελέγχων και αυστηρών κυρώσεων, αλλά και το ζήτημα της συνεχούς περιβαλλοντικής παρακολούθησης ενός ποταμού που διασχίζει πυκνοκατοικημένες και έντονα βιομηχανοποιημένες περιοχές της Αττικής.