Ο κεντρικός σχεδιασμός ενισχύεται, οι ΥΔΟΜ σηκώνουν το βάρος και η αυτοδιοίκηση περιορίζεται στον ρόλο του διαχειριστή
Η πολεοδομία υπήρξε διαχρονικά ένας από τους πιο ουσιαστικούς πυλώνες της τοπικής εξουσίας. Όχι μόνο επειδή ρυθμίζει την οικοδομή, αλλά επειδή καθορίζει τη φυσιογνωμία των πόλεων, την αξία της γης και την καθημερινότητα των κατοίκων. Από το 2020 και μετά, ωστόσο, διαμορφώνεται σταθερά ένα νέο θεσμικό μοντέλο, το οποίο μεταφέρει κρίσιμες αρμοδιότητες από τους δήμους προς το κεντρικό κράτος, χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχη μεταφορά ευθύνης.
Οι δήμοι παραμένουν τυπικά υπεύθυνοι για τις Υπηρεσίες Δόμησης, για τους ελέγχους, τις βεβαιώσεις και την εφαρμογή της πολεοδομικής νομοθεσίας. Στην πράξη, όμως, ολοένα και περισσότερες αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα τον χώρο λαμβάνονται εκτός τοπικού επιπέδου, μέσω ειδικών καθεστώτων και διαδικασιών που περιορίζουν τον ρόλο της αυτοδιοίκησης σε εκτελεστικό μηχανισμό.
Όταν ο σχεδιασμός φεύγει από τον δήμο
Σύμφωνα με στελέχη της αυτοδιοίκησης και μηχανικούς που χειρίζονται καθημερινά πολεοδομικούς φακέλους, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση: μεγάλα έργα, επενδύσεις και αλλαγές χρήσεων γης υλοποιούνται μέσω ειδικών χωρικών σχεδίων, fast-track διαδικασιών και αποφάσεων που εκδίδονται κεντρικά από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Οι δήμοι καλούνται συχνά να γνωμοδοτήσουν, όχι όμως να συναποφασίσουν.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τοπικά πολεοδομικά σχέδια, στρατηγικές ανάπτυξης και επιλογές για το πώς θα εξελιχθεί μια περιοχή μπορούν να παρακαμφθούν όταν ενεργοποιούνται ειδικά καθεστώτα. Δήμοι που επενδύουν σε μακροχρόνιο σχεδιασμό βλέπουν να επιβάλλονται παρεμβάσεις που αλλάζουν την ισορροπία της πόλης, χωρίς ουσιαστικό διάλογο και χωρίς πραγματική τοπική συναίνεση.
Οι δήμοι μένουν με το πολιτικό κόστος
Την ίδια στιγμή, οι συνέπειες αυτών των ρυθμίσεων καταλήγουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Με την καθιέρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου και τον αυστηρό έλεγχο της πολεοδομικής νομιμότητας, οι δήμοι μετατρέπονται στον τελικό σταθμό για κάθε μεταβίβαση ή αξιοποίηση ακινήτου. Όταν μια πράξη «κολλάει» ή μια υπόθεση μπλοκάρεται, ο πολίτης δεν απευθύνεται στο υπουργείο αλλά στον δήμο.
Στελέχη ΥΔΟΜ σε μεγάλους δήμους περιγράφουν ήδη αυξανόμενη πίεση από ιδιοκτήτες και επαγγελματίες της αγοράς που ζητούν λύσεις για προβλήματα τα οποία δεν δημιουργήθηκαν σε τοπικό επίπεδο. Οι υπηρεσίες καλούνται να εφαρμόσουν κανόνες που έχουν τεθεί κεντρικά, χωρίς ευελιξία ή δυνατότητα προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες κάθε πόλης.
Το αποτέλεσμα είναι ένα θεσμικό παράδοξο: το κεντρικό κράτος συγκεντρώνει τον στρατηγικό έλεγχο του χώρου, ενώ οι δήμοι επωμίζονται τη φθορά από τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Στον δημόσιο διάλογο, η πολεοδομία εμφανίζεται συχνά ως τεχνικό ζήτημα. Στην πραγματικότητα, όμως, αγγίζει τον πυρήνα της αυτοδιοίκησης: ποιος αποφασίζει πώς θα αναπτυχθεί μια πόλη και ποιος λογοδοτεί όταν αυτή η ανάπτυξη δημιουργεί προβλήματα.
Σε αυτό το πεδίο δεν εξελίσσεται πλέον μια συγκυριακή ένταση, αλλά μια διαδικασία που παγιώνεται: ένα θεσμικό “μπρα-ντε-φερ” μεταξύ κέντρου και δήμων. Και το διακύβευμα δεν είναι απλώς διοικητικό, αλλά βαθιά πολιτικό: αν η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα παραμείνει φορέας σχεδιασμού ή αν θα περιοριστεί οριστικά στον ρόλο του διαχειριστή των συνεπειών.