Η περιβαλλοντική οργάνωση παρουσιάζει μελέτη για τις πιθανές συνέπειες της πλωτής μονάδας αερίου στον Όρμο Θεσσαλονίκης
Την έντονη ανησυχία της για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση πλωτής μονάδας εισαγωγής και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) στον Όρμο της Θεσσαλονίκης εκφράζει η Greenpeace. Σε νέα έκθεση που δημοσιοποιεί, με επιστημονική τεκμηρίωση του ομότιμου καθηγητή Παράκτιας Τεχνικής και Ωκεανογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιάννη Κρεστενίτη, καταγράφονται οι πιθανοί κίνδυνοι για το θαλάσσιο οικοσύστημα του Θερμαϊκού Κόλπου.
Το σχέδιο για το FSRU Θεσσαλονίκης
Η κυβέρνηση έχει θέσει ως στρατηγική προτεραιότητα τη μετατροπή της Ελλάδας σε «ενεργειακό κόμβο» στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με επίκεντρο την ανάπτυξη υποδομών εισαγωγής και μεταφοράς ορυκτού αερίου.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ο σχεδιασμός για τον τερματικό σταθμό εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), γνωστό ως ΑΣΦΑ/FSRU Θεσσαλονίκης, τον οποίο έχει αναλάβει να κατασκευάσει και να λειτουργήσει η HelleniQ Energy, πρώην Ελληνικά Πετρέλαια.
Η εγκατάσταση χωροθετείται σχεδόν στο κέντρο του Όρμου της Θεσσαλονίκης, σε απόσταση περίπου 3,1 έως 4,4 χιλιομέτρων από τις ακτές της πόλης και των γύρω περιοχών. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα καταλαμβάνει θαλάσσια έκταση περίπου 80 στρεμμάτων και προβλέπεται να έχει άδεια λειτουργίας για 50 χρόνια.
Η HelleniQ Energy έχει ανακοινώσει ότι στόχος είναι η εμπορική λειτουργία της μονάδας να ξεκινήσει το 2029.
Οι επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον
Σύμφωνα με την έκθεση του καθηγητή Γιάννη Κρεστενίτη, οι επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία του FSRU στον Όρμο της Θεσσαλονίκης αποτελούν μια ιδιαίτερα κρίσιμη διάσταση, η οποία, όπως υποστηρίζει η Greenpeace, δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς στον δημόσιο διάλογο.
Ο Θερμαϊκός Κόλπος χαρακτηρίζεται ως ένας ιδιαίτερα σημαντικός φυσικός πόρος, όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη αλλά και για ολόκληρη τη χώρα, καθώς αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλιευτικές περιοχές στη βορειοανατολική Μεσόγειο, παράγοντας περίπου το 25% των ελληνικών αλιευμάτων.
Ο Εσωτερικός Θερμαϊκός περιγράφεται ως ένα «ανθεκτικό αλλά ευαίσθητο παράκτιο οικοσύστημα», το οποίο έχει παρουσιάσει σημάδια ανάκαμψης τα τελευταία χρόνια, ωστόσο εξακολουθεί να δέχεται σημαντικές πιέσεις από ανθρώπινες δραστηριότητες.
Παράλληλα, οι περιοχές της Χαλάστρας και των εκβολών των ποταμών Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα αποτελούν σημαντικές ζώνες για τη μυδοκαλλιέργεια, ενώ περιλαμβάνουν προστατευόμενες περιοχές.
Χημική ρύπανση και απώλεια θαλάσσιων οργανισμών
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι μονάδες ΑΣΦΑ χρησιμοποιούν μεγάλες ποσότητες θαλασσινού νερού για τη διαδικασία επαναεριοποίησης του υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Κατά τη διαδικασία αυτή, το νερό επιστρέφει στη θάλασσα μαζί με οργανισμούς που έχουν εισέλθει στο σύστημα άντλησης, αλλά και με χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων.
Σύμφωνα με την Greenpeace, η διαδικασία αυτή μπορεί να προκαλέσει μείωση της θαλάσσιας παραγωγικότητας και να επηρεάσει περιοχές όπως οι ζώνες μυδοκαλλιέργειας, αλλά και τμήματα του υγροτόπου RAMSAR και της περιοχής Natura 2000 που βρίσκονται εντός του Όρμου της Θεσσαλονίκης.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απώλεια θαλάσσιων οργανισμών, όπως ψάρια, πλαγκτόν, αυγά, προνύμφες, οστρακόδερμα και άλλους οργανισμούς, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα και τα ιχθυαποθέματα.
Θερμική και ακουστική επιβάρυνση
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη θερμική ρύπανση, καθώς οι ποσότητες νερού που επιστρέφουν στη θάλασσα είναι ψυχρότερες από εκείνες που αντλήθηκαν.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ποσότητα νερού που θα χρησιμοποιεί το FSRU Θεσσαλονίκης αντιστοιχεί περίπου στο 75% της συνολικής κατανάλωσης νερού του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.
Επιπλέον, η συνεχής λειτουργία των μηχανημάτων της πλωτής μονάδας, των αντλιών και του εξοπλισμού, σε συνδυασμό με την αύξηση της ναυσιπλοΐας λόγω των πλοίων μεταφοράς LNG, αναμένεται να προκαλέσει αύξηση της ακουστικής ρύπανσης.
Η Greenpeace επισημαίνει ότι ο υποθαλάσσιος θόρυβος μπορεί να επηρεάσει ιδιαίτερα τα θαλάσσια θηλαστικά, όπως δελφίνια και φώκιες.
Αυξημένοι κίνδυνοι από τη ναυσιπλοΐα
Στην έκθεση γίνεται επίσης αναφορά στους κινδύνους από τη μεταφορά ορυκτού αερίου μέσω πλοίων, καθώς και στην πιθανότητα ατυχημάτων λόγω της αυξημένης ναυσιπλοΐας στον Όρμο της Θεσσαλονίκης.
Η Greenpeace σημειώνει ότι οι διαρροές στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων αποτελούν μέρος των κινδύνων που συνοδεύουν τη λειτουργία τέτοιων εγκαταστάσεων.
Greenpeace: «Οι πολίτες δεν γνωρίζουν για το σχέδιο»
Σύμφωνα με έρευνα του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, η πλειονότητα των πολιτών της Θεσσαλονίκης δεν γνωρίζει την ύπαρξη του σχεδίου για τη δημιουργία μονάδας εισαγωγής ορυκτού αερίου στον Όρμο της πόλης.
Η οργάνωση υποστηρίζει ότι, λόγω της έλλειψης ενημέρωσης, μεγάλο μέρος των κατοίκων δεν γνωρίζει ούτε τις πιθανές επιπτώσεις που θα έχει η εγκατάσταση στο θαλάσσιο περιβάλλον και την καθημερινότητα της περιοχής.
Κάλεσμα για κινητοποίηση δήμων και πολιτών
Η Greenpeace καλεί τους δήμους της Θεσσαλονίκης που έχουν εκφράσει στο παρελθόν αντιρρήσεις για το έργο, αλλά και την κοινωνία των πολιτών, να επανέλθουν ενεργά στη συζήτηση.
Η οργάνωση ζητά την ακύρωση του σχεδίου, επικαλούμενη και την πρόσφατη αντίδραση της κοινωνίας στη Μαγνησία απέναντι σε αντίστοιχη μονάδα FSRU.
Όπως υπογραμμίζει, «ο Θερμαϊκός Κόλπος δεν χωράει άλλη επιβάρυνση» και οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης έχουν ανάγκη από καθαρότερο περιβάλλον και ένα υγιές θαλάσσιο οικοσύστημα.
