Στο επίκεντρο η προσωρινή στέγαση των κατοίκων, ενώ δύο διατηρητέα κτίρια ενδέχεται να κατεδαφιστούν
Την ενεργοποίηση αντίστοιχου μηχανισμού στήριξης με εκείνον που εφαρμόστηκε μετά την έκρηξη στους Αμπελόκηπους το 2024 προτείνει ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας για τους κατοίκους που επηρεάζονται από την καταστροφή στην Πλάκα. Το ζήτημα της προσωρινής στέγασης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δύο κτίρια δίπλα σε εκείνο που κατέρρευσε εκτιμάται ότι θα χρειαστεί να κατεδαφιστούν, με τη διαδικασία να περιπλέκεται από το γεγονός ότι πρόκειται για διατηρητέα.
Δούκας: «Κάντε το όπως στους Αμπελόκηπους»
Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν μετά την ισχυρή έκρηξη στην οδό Λυσικράτους είναι η τύχη των κατοίκων των γειτονικών κτιρίων, εφόσον αυτά κριθούν ακατάλληλα ή χρειαστεί να κατεδαφιστούν.
Ο Χάρης Δούκας προτείνει προς την κυβέρνηση να εφαρμοστεί αντίστοιχη λύση με εκείνη που είχε δοθεί στους Αμπελόκηπους μετά την έκρηξη της 31ης Οκτωβρίου 2024 στην πολυκατοικία της οδού Αρκαδίας.
Η έκρηξη εκείνη είχε προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο κτίριο, το οποίο στη συνέχεια κρίθηκε συνολικά ακατάλληλο για κατοίκηση. Περίπου 40 οικογένειες είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και η Πολιτεία ανέλαβε αρχικά τη διαμονή τους σε ξενοδοχεία, ενώ στη συνέχεια ανακοινώθηκε ευρύτερο πλαίσιο κρατικής αρωγής, με δυνατότητα στεγαστικού επιδόματος ή προσωρινής μετεγκατάστασης.
Σε αυτό το μοντέλο παραπέμπει ουσιαστικά η πρόταση του δημάρχου Αθηναίων για την Πλάκα, ζητώντας να υπάρξει οργανωμένη κρατική παρέμβαση για τους ανθρώπους που ενδέχεται να μείνουν εκτός των κατοικιών τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το δύσκολο ζήτημα των δύο διατηρητέων
Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι τα δύο κτίρια που βρίσκονται δίπλα στο κτίριο της έκρηξης είναι διατηρητέα και, σύμφωνα με τις έως τώρα εκτιμήσεις, θα χρειαστεί να κατεδαφιστούν.
Για να προχωρήσει μια τέτοια διαδικασία απαιτούνται οι προβλεπόμενες εγκρίσεις των αρμόδιων υπηρεσιών, καθώς η νομοθεσία προβλέπει ειδική διαδικασία για διατηρητέα κτίρια που χαρακτηρίζονται επικίνδυνα ή κατεδαφιστέα, αλλά και υποχρέωση ανακατασκευής τους υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η οριστική αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να είναι άμεση, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο πιεστικό το ζήτημα της στέγασης των κατοίκων μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες διοικητικές και τεχνικές διαδικασίες.
Ξεκινούν αναλυτικές αυτοψίες στα κτίρια
Την ίδια ώρα, σε λεπτομερείς ελέγχους στα κτίρια που επηρεάστηκαν από την ισχυρή έκρηξη προχωρά η Πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων, προκειμένου να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η έκταση των ζημιών και να αξιολογηθεί η κατάσταση των κατασκευών.
Οι αυτοψίες αφορούν την ευρύτερη περιοχή, με τους μηχανικούς να εξετάζουν κτίρια που ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί από το ωστικό κύμα. Μετά την απομάκρυνση των μηχανημάτων και την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων της ΕΜΑΚ, το κύριο βάρος θα δοθεί στο νεοκλασικό όπου σημειώθηκε η έκρηξη και στα παρακείμενα κτίρια με τις σοβαρότερες ζημιές.
Τι θα κρίνουν οι μηχανικοί
Ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων Παναγιώτης – Πάρης Χαρλαύτης ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι βασικό αντικείμενο των ελέγχων είναι να διαπιστωθεί ο βαθμός επικινδυνότητας των κατασκευών και κατά πόσο μπορούν να παραμείνουν προσβάσιμες και να χρησιμοποιούνται με ασφάλεια.
Εάν κάποιο κτίριο χαρακτηριστεί επικίνδυνο, θα ακολουθήσουν δευτερογενείς έλεγχοι και οι απαραίτητες τεχνικές παρεμβάσεις.
Όπως εξήγησε ο αντιδήμαρχος, σε μια τέτοια περίπτωση ο ιδιοκτήτης θα πρέπει να εκπονήσει μελέτη αποκατάστασης του ακινήτου. Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να πιστοποιηθεί ότι το κτίριο είναι ασφαλές, θα παραμένει μη προσβάσιμο.
Η πρώτη αυτοψία και οι οδηγίες της Πολεοδομίας
Κλιμάκιο της Πολεοδομίας είχε πραγματοποιήσει μια πρώτη αυτοψία ήδη την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, ημέρα της έκρηξης. Ωστόσο, η πρόσβαση ήταν περιορισμένη εξαιτίας των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Η έκρηξη σημειώθηκε το πρωί της Παρασκευής στην οδό Λυσικράτους και προκάλεσε την κατάρρευση του κτιρίου και εκτεταμένες ζημιές στην περιοχή.
Η Πολεοδομία έδωσε παράλληλα οδηγίες για τον τρόπο απομάκρυνσης των χαλασμάτων, ώστε οι εργασίες να συνεχίζονται με ασφάλεια και να μην προκληθούν πρόσθετες επιβαρύνσεις στις ήδη πληγείσες κατασκευές.
Οι αναλυτικές αυτοψίες αναμένεται να αποσαφηνίσουν το επόμενο διάστημα την πραγματική έκταση των ζημιών και, κυρίως, ποια από τα γειτονικά κτίρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά και ποια θα απαιτήσουν εκτεταμένες παρεμβάσεις.