Η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να οργανώσει έγκαιρα καθαρισμούς, σχέδια πολιτικής προστασίας και συντονισμό υπηρεσιών, σε ένα πλαίσιο αυξημένων απαιτήσεων και περιορισμένων πόρων.
Η προετοιμασία για την αντιπυρική περίοδο του 2026 αρχίζει να απασχολεί ήδη Δήμους και Περιφέρειες σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι η πρόληψη αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για τον περιορισμό των συνεπειών των πυρκαγιών. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να οργανώσει έγκαιρα καθαρισμούς, σχέδια πολιτικής προστασίας και συντονισμό υπηρεσιών, σε ένα πλαίσιο αυξημένων απαιτήσεων και περιορισμένων πόρων.
Τα τελευταία χρόνια, ο ρόλος των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην πρόληψη και διαχείριση πυρκαγιών έχει ενισχυθεί σημαντικά. Δήμοι και Περιφέρειες έχουν την ευθύνη για καθαρισμούς οικοπέδων, συντήρηση δασικών και αγροτικών δρόμων, απομάκρυνση καύσιμης ύλης και οργάνωση τοπικών σχεδίων πολιτικής προστασίας. Παράλληλα, καλούνται να συνεργάζονται με τις πυροσβεστικές υπηρεσίες, τις δασικές αρχές και άλλους κρατικούς φορείς.
Η εμπειρία των πρόσφατων φυσικών καταστροφών έχει αναδείξει ότι η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον βαθμό ετοιμότητας σε τοπικό επίπεδο. Οι πρώτες ώρες μιας πυρκαγιάς θεωρούνται κρίσιμες, γεγονός που καθιστά καθοριστική τη δυνατότητα των Δήμων να διαθέτουν εξοπλισμό, προσωπικό και σχέδια άμεσης παρέμβασης.
Ωστόσο, η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της αυτοδιοίκησης δεν συνοδεύτηκε πάντα από την αντίστοιχη ενίσχυση των μέσων που διαθέτει. Πολλοί Δήμοι αντιμετωπίζουν ελλείψεις προσωπικού, ιδιαίτερα σε τεχνικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πολιτικής προστασίας, ενώ συχνά εξαρτώνται από έκτακτες χρηματοδοτήσεις για την υλοποίηση προληπτικών δράσεων. Η κατάσταση αυτή δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και περιορίζει τη δυνατότητα έγκαιρης προετοιμασίας.
Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή αυξάνει τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων φαινομένων, μετατρέποντας την αντιπυρική προστασία σε ζήτημα στρατηγικού σχεδιασμού και όχι μόνο εποχικής ετοιμότητας. Οι επιστημονικές προβλέψεις δείχνουν ότι οι συνθήκες υψηλού κινδύνου θα εμφανίζονται συχνότερα, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συστηματική συνεργασία όλων των επιπέδων διοίκησης.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, καθώς αποτελεί τον θεσμό που βρίσκεται πιο κοντά στις τοπικές κοινωνίες και μπορεί να οργανώσει δράσεις πρόληψης και ενημέρωσης των πολιτών. Η αποτελεσματικότητα της αντιπυρικής προστασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των κατοίκων, την τήρηση κανόνων καθαρισμού οικοπέδων και τη συνεργασία με τις δημοτικές υπηρεσίες.
Η συζήτηση για την αντιπυρική περίοδο του 2026 αναδεικνύει, παράλληλα, την ανάγκη για ένα πιο σταθερό θεσμικό πλαίσιο που θα ενισχύει τον ρόλο της αυτοδιοίκησης στην πρόληψη φυσικών καταστροφών. Η ύπαρξη σαφών αρμοδιοτήτων, επαρκούς χρηματοδότησης και μόνιμου προσωπικού θεωρείται κρίσιμη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών προστασίας.
Καθώς η χώρα εισέρχεται σε μια νέα αντιπυρική περίοδο, η πρόκληση για Δήμους και Περιφέρειες δεν αφορά μόνο την επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και τη δυνατότητα να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμες πολιτικές πρόληψης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναδεικνύεται ως βασικός παράγοντας για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, της περιουσίας και της ασφάλειας των πολιτών.