Αντιμέτωπη με σοβαρό κίνδυνο ερημοποίησης βρίσκεται η Θεσσαλία τις επόμενες δεκαετίες, εφόσον δεν ληφθούν ουσιαστικά μέτρα για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Μελέτες του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας δείχνουν ότι τα επεισόδια ξηρασίας αυξάνονται σημαντικά και σχεδόν διπλασιάζονται την περίοδο 2070-2100, ενώ αποκτούν μεγαλύτερη διάρκεια και δριμύτητα και επηρεάζουν μεγαλύτερο ποσοστό της έκτασης του θεσσαλικού διαμερίσματος.
Τα ευρήματα αποτελούν μέρος ευρύτερης έρευνας του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών.
Η ίδια έρευνα καταγράφει σημαντική αύξηση της δριμύτητας της ξηρασίας για την περίοδο 2070-2100 και στα δύο κοινωνικοοικονομικά σενάρια κλιματικής αλλαγής που εξετάστηκαν. Διαπιστώνεται, μάλιστα, σαφής μετάβαση από μικρές και μεσαίες τιμές ξηρασίας σε υψηλές.
Μεγάλη ανθρωπογενής πίεση στα υδατικά αποθέματα
Όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Νικήτας Μυλόπουλος, πρόσφατη μελέτη των υδατικών αποθεμάτων επιβεβαιώνει ότι το υδατικό δυναμικό της περιοχής δέχεται εδώ και δεκαετίες τη μεγαλύτερη ανθρωπογενή πίεση για την κάλυψη αρδευτικών αναγκών σε σύγκριση με τα υπόλοιπα υδατικά διαμερίσματα της χώρας.
Η διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου στο μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλίας συνοδεύεται από σημαντικές περιβαλλοντικές και οικονομικές επιπτώσεις. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η εξάντληση των αποθεμάτων του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα και η σοβαρή μείωση των παροχών του Πηνειού.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό περιβαλλοντικό και αναπτυξιακό πρόβλημα που απαιτεί ιδιαίτερη αντιμετώπιση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην κάλυψη των αρδευτικών αναγκών κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο, όταν οι ανάγκες των καλλιεργειών είναι αυξημένες, την ώρα που οι διαθέσιμες ποσότητες νερού περιορίζονται.
Το ακραίο επεισόδιο του 1989-1990
Μελέτη για τις μετεωρολογικές ξηρασίες στη Θεσσαλία έδειξε ότι το επεισόδιο του 1989-1990 είχε περίοδο επαναφοράς μεγαλύτερη των 80 ετών και έπληξε περισσότερο από το 50% της συνολικής έκτασης της περιοχής.
Ιδιαίτερα επηρεάστηκε η δυτική ορεινή Θεσσαλία, από όπου πηγάζουν ο Πηνειός και οι σημαντικότεροι παραπόταμοί του.
Τα έντονα φαινόμενα ξηρασίας συνέβαλαν στη μείωση των αρδευόμενων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, με άμεση συνέπεια την πτώση των αποδόσεων των καλλιεργειών και την εξάντληση υπόγειων και επιφανειακών υδατικών αποθεμάτων.
Παράλληλα, η διάνοιξη γεωτρήσεων στο καρστικό σύστημα, αλλά και η ανεξέλεγκτη άντληση νερού κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, κυρίως από ιδιωτικές γεωτρήσεις, επιβάρυναν περαιτέρω τα διαθέσιμα αποθέματα.
Οι διαφορετικές μορφές ξηρασίας
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ξηρασία αποτελεί ακραίο περιβαλλοντικό φαινόμενο, το οποίο μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, ανάλογα με την παράμετρο που εξετάζεται και τα κλιματικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.
Σε αντίθεση με άλλα ακραία φαινόμενα, όπως οι πλημμύρες και οι καταιγίδες, συνήθως έχει μεγάλη χρονική διάρκεια και συνδέεται με περιόδους κατά τις οποίες οι διαθέσιμοι υδατικοί πόροι δεν επαρκούν.
Το κρίσιμο επίπεδο της μεταβλητής μέσω της οποίας αξιολογείται η ξηρασία διαφοροποιείται ανά περιοχή. Για τον λόγο αυτό, θεωρείται κρίσιμη η αξιολόγηση τόσο του είδους όσο και των επιμέρους χαρακτηριστικών της, όπως η δριμύτητα, η διάρκεια και η γεωγραφική έκταση.
Οι βασικές κατηγορίες είναι:
Μετεωρολογική ξηρασία: Η σημαντική μείωση των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων μιας περιοχής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κάτω από τον μέσο όρο ή από μια κρίσιμη τιμή που σηματοδοτεί την έναρξη της ξηρασίας.
Γεωργική ή αγροτική ξηρασία: Η μείωση της υγρασίας του εδάφους σε επίπεδα που προκαλούν σημαντική πτώση της γεωργικής παραγωγής.
Υδρολογική ξηρασία: Η έλλειψη όχι μόνο ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων, αλλά και επιφανειακής και υπόγειας απορροής.
Ξηρασία Υδατικών Συστημάτων ή κοινωνικοοικονομική ξηρασία: Η κατάσταση κατά την οποία η διαφορά μεταξύ της συνολικής προσφοράς και της ζήτησης νερού γίνεται αρνητική.
