Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν είναι ότι τα δίκτυα ομβρίων σε πολλές περιοχές δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε έντονα και παρατεταμένα φαινόμενα βροχόπτωσης.
Η κακοκαιρία που έπληξε τη χώρα τις τελευταίες ημέρες, με κορύφωση την Τρίτη 21 Ιανουαρίου, άφησε πίσω της όχι μόνο εικόνες καταστροφών και ανθρώπινες απώλειες, αλλά και ένα σαφές αποτύπωμα για το επίπεδο ανθεκτικότητας των πόλεων απέναντι στα ολοένα και συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Χωρίς να προκαλέσει γενικευμένη κατάρρευση των υποδομών, ανέδειξε ωστόσο συγκεκριμένα αδύναμα σημεία: τον κορεσμό των δικτύων απορροής, τη δυσκολία διαχείρισης μεγάλων όγκων νερού σε αστικό περιβάλλον και την ανάγκη συνεχούς επαγρύπνησης σε περιοχές που έχουν ιστορικά επιβαρυνθεί από πλημμυρικά φαινόμενα.
Η πίεση στα δίκτυα ομβρίων
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν είναι ότι τα δίκτυα ομβρίων σε πολλές περιοχές δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε έντονα και παρατεταμένα φαινόμενα βροχόπτωσης. Σε αρκετούς δήμους, κυρίως στο λεκανοπέδιο της Αττικής αλλά και σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου, δρόμοι μετατράπηκαν σε προσωρινούς χειμάρρους, με τα νερά να ακολουθούν τη φυσική κλίση του εδάφους.
Η εικόνα αυτή δεν προέκυψε μόνο από ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά και από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των αστικών περιοχών έχει αναπτυχθεί πάνω σε παλιές φυσικές απορροές, με περιορισμένες δυνατότητες εκτόνωσης σε περιόδους έντονης βροχόπτωσης.
Ρέματα, υπερχειλίσεις και κορεσμός
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα ρέματα και οι φυσικοί αποδέκτες ομβρίων. Τα περιστατικά υπερχείλισης και καθιζήσεων που καταγράφηκαν –όπως στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Αθήνας– δείχνουν ότι οι υδρολογικές λεκάνες λειτουργούν πλέον στα όριά τους.
Χωρίς να υπάρχει επίσημη διαπίστωση για συγκεκριμένες παραλείψεις, τα γεγονότα ανέδειξαν ότι ακόμη και μικρές μεταβολές στη ροή των υδάτων μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα, όταν συνδυάζονται με έντονα καιρικά φαινόμενα και αστική πυκνότητα.
Η εικόνα στους δήμους: άμεση κινητοποίηση, αλλά περιορισμένα περιθώρια
Σε επίπεδο δήμων, η εικόνα ήταν αυτή της άμεσης κινητοποίησης. Συνεργεία πολιτικής προστασίας, τεχνικές υπηρεσίες και εθελοντικές ομάδες βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στο πεδίο, πραγματοποιώντας αντλήσεις υδάτων, απομακρύνσεις φερτών υλικών και ελέγχους σε επικίνδυνα σημεία.
Ωστόσο, έγινε σαφές ότι οι δυνατότητες άμεσης παρέμβασης έχουν όρια, όταν τα φαινόμενα είναι εκτεταμένα και εξελίσσονται σε σύντομο χρόνο. Η πρόληψη και η συντήρηση υποδομών παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για τη μείωση των συνεπειών, ιδιαίτερα σε περιοχές με ιστορικό πλημμυρών.
Η ανάγκη για ανθεκτικές πόλεις
Η κακοκαιρία λειτούργησε ως ακόμη μία υπενθύμιση ότι η προσαρμογή στην κλιματική πραγματικότητα δεν αποτελεί πλέον μελλοντικό στόχο, αλλά άμεση ανάγκη. Η ενίσχυση των αντιπλημμυρικών έργων, ο συστηματικός έλεγχος των ρεμάτων, η επικαιροποίηση των σχεδίων πολιτικής προστασίας και η καλύτερη συνεργασία μεταξύ δήμων και περιφερειών αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για το επόμενο διάστημα.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της πρόληψης έναντι της αποκατάστασης. Τα φαινόμενα των τελευταίων ημερών έδειξαν ότι, ακόμη και όταν ο μηχανισμός κινητοποιείται έγκαιρα, η ένταση των καιρικών φαινομένων μπορεί να ξεπεράσει τις αντοχές των υποδομών.
Η κακοκαιρία της 21ης Ιανουαρίου δεν αποτέλεσε απλώς ένα ακόμη έντονο καιρικό επεισόδιο. Ανέδειξε με σαφήνεια τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πόλεις και οι τοπικές αρχές σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κλιματικών πιέσεων. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η άμεση διαχείριση κρίσεων, αλλά ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός που θα καταστήσει τις πόλεις πιο ανθεκτικές και ασφαλείς για τους κατοίκους τους.