Περίπου 2.100 λύκοι και 760 αρκούδες στην Ελλάδα – Στο επίκεντρο η ασφάλεια των κατοίκων και της κτηνοτροφίας
Την αυξανόμενη παρουσία λύκων και αρκούδων κοντά σε κατοικημένες περιοχές, αλλά και την ανάγκη ενίσχυσης των μέτρων προστασίας, ανέδειξε ημερίδα στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις, στην Ελλάδα ζουν περίπου 2.100 λύκοι και 760 αρκούδες, ενώ το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) προετοιμάζει παρεμβάσεις ύψους 3 εκατ. ευρώ για την πρόληψη ζημιών σε αγροτικές, κτηνοτροφικές και μελισσοκομικές εκμεταλλεύσεις.
Η διαχείριση της άγριας ζωής και η συνύπαρξή της με τις τοπικές κοινωνίες βρέθηκαν στο επίκεντρο της ημερίδας «Συνύπαρξη ανθρώπου και μεγάλων σαρκοφάγων στην Ελλάδα: Δημόσιος διάλογος και συνδιαμόρφωση πολιτικής», που διοργάνωσε η Εθνική Πλατφόρμα για τα Μεγάλα Σαρκοφάγα, στις 13 Οκτωβρίου 2026, στη Θεσσαλονίκη.
Εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιστήμονες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και αρμόδιοι φορείς παρουσίασαν στοιχεία για την εξάπλωση των μεγάλων σαρκοφάγων, τις επιπτώσεις στην κτηνοτροφία και τα διαθέσιμα εργαλεία προστασίας.
Σχεδόν διπλασιάστηκε ο πληθυσμός των λύκων στην ΕΕ
Ο Μικέλε Νόρι, υπεύθυνος πολιτικής της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (DG AGRI) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ανέφερε ότι ο πληθυσμός των λύκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, καθώς επεκτείνεται συνολικά η παρουσία των μεγάλων σαρκοφάγων.
Όπως εξήγησε, σε 12 κράτη-μέλη οι επιθέσεις μεγάλων σαρκοφάγων αποτελούν σημαντικό αντικίνητρο για την εκτατική κτηνοτροφία, επηρεάζοντας παράλληλα την ευζωία των παραγωγικών ζώων και τη διαχείριση της βιοποικιλότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, τα πρόβατα αποτελούν περίπου το 90% των ζώων που θηρεύονται από λύκους, ενώ το έμμεσο οικονομικό κόστος συχνά δεν αποτυπώνεται πλήρως.
Από την αξιολόγηση των Στρατηγικών Σχεδίων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) προκύπτουν διαφοροποιήσεις ανά γεωγραφική περιοχή. Στα νησιωτικά κράτη-μέλη το πρόβλημα είναι περιορισμένο ως προς τα προστατευόμενα μεγάλα σαρκοφάγα, στα Βαλκάνια οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως στην αρκούδα, ενώ στις σκανδιναβικές χώρες στον λύγκα.
Ο κ. Νόρι αναφέρθηκε σε ευρωπαϊκά μέτρα πρόληψης και συνύπαρξης, όπως περιφράξεις, αποτρεπτικές συσκευές, ποιμενικοί σκύλοι, μαντριά και κάλυψη δαπανών εργασίας, συντήρησης και λειτουργίας. Στην παρουσίασή του έγινε λόγος για αξιοποίηση της ΚΑΠ από 18 χώρες, με αναφορά σε σύνολο 28 κρατών-μελών.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιτρέπει στα κράτη-μέλη να αποζημιώνουν έως και το 100% των άμεσων και έμμεσων ζημιών από προστατευόμενα είδη. Στις επιλέξιμες απώλειες μπορούν να περιλαμβάνονται ζωικό κεφάλαιο, αγροτικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμός και κτηνιατρικές δαπάνες.
Το 2022, οι αποζημιώσεις για ζημιές από λύκους στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθαν σε περίπου 18,7 εκατ. ευρώ.
Περίπου 2.100 λύκοι στην Ελλάδα – Γιατί πλησιάζουν κατοικημένες περιοχές
Στον ελληνικό πληθυσμό των λύκων αναφέρθηκε ο δρ Γιώργος Ηλιόπουλος, ειδικός επιστήμονας και συνεργάτης της περιβαλλοντικής οργάνωσης «Καλλιστώ».
Όπως ανέφερε, ο πληθυσμός τους εκτιμάται σε περίπου 2.100 ζώα, αν και δεν πραγματοποιείται συστηματική παρακολούθηση σε όλη την επικράτεια.
Επισήμανε ότι ο λύκος είναι ευπροσάρμοστο είδος, που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις ορεινές περιοχές. Η εξάπλωσή του συνδέεται με πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η διαθεσιμότητα τροφής στα περιαστικά οικοσυστήματα.
Χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στο περιαστικό δάσος της Θεσσαλονίκης, την οποία περιέγραψε η δασάρχης Φιλοθέη Μελά. Σύμφωνα με την ίδια, η παρουσία αγριογούρουνων, αδέσποτων σκύλων και γατών, αλλά και τροφής που αφήνεται για αυτά, δημιουργεί συνθήκες που προσελκύουν λύκους.
Όταν καταγράφηκαν εμφανίσεις άγριας πανίδας στον αστικό ιστό, ιδιαίτερα στο Πανόραμα, το Δασαρχείο συνεργάστηκε με την «Καλλιστώ», εφαρμόζοντας αποτρεπτικές μεθόδους για την απομάκρυνση των λύκων προς το φυσικό τους περιβάλλον.
Η κ. Μελά ανέφερε ότι υπάρχει συνεχής επικοινωνία με τις τοπικές αρχές και την Αστυνομία, καθώς και ενημέρωση των πολιτών για την ενδεδειγμένη συμπεριφορά σε περίπτωση συνάντησης με άγρια ζώα.
Στις 760 οι αρκούδες – Περιστατικά ακόμη και μέσα σε χωριά
Σε περίπου 760 αρκούδες εκτίμησε τον πληθυσμό του είδους στην Ελλάδα ο δρ Γιώργος Μερτζάνης, ειδικός επιστήμονας του Παρατηρητηρίου για τα Μεγάλα Σαρκοφάγα.
Παρουσιάζοντας στοιχεία για την παράνομη θανάτωση αρκούδων, ανέφερε ότι από το 1996 έχουν καταγραφεί 300 περιστατικά. Ωστόσο, σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις, τα καταγεγραμμένα περιστατικά αντιστοιχούν μόλις στο ένα τρίτο των πραγματικών απωλειών.
Στις προκλήσεις της συνύπαρξης αναφέρθηκε και ο δρ Γιάννης Καζόγλου, από τον Σύνδεσμο Ελληνικής Κτηνοτροφίας, ο οποίος κατοικεί στις Πρέσπες.
Όπως περιέγραψε, τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους εντοπίστηκαν περιττώματα αρκούδας στην πλατεία του Λαιμού Πρεσπών, προκαλώντας ανησυχία στους κατοίκους.
«Στον Λαιμό Πρεσπών, στην πλατεία του χωριού, καταγράψαμε περιττώματα αρκούδας πέρσι τον Δεκέμβριο, με αποτέλεσμα να φοβόμαστε να κυκλοφορήσουμε χωρίς αυτοκίνητο», ανέφερε.
Γενετικές αναλύσεις για στοχευμένη διαχείριση της άγριας ζωής
Τη σημασία της επιστημονικής παρακολούθησης επισήμανε η δρ Νικολέτα Καραΐσκου, από το Τμήμα Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).
Η ίδια υπογράμμισε την ανάγκη αξιοποίησης γενετικών εργαλείων για την πληρέστερη καταγραφή και παρακολούθηση των πληθυσμών, ιδιαίτερα της αρκούδας, σημειώνοντας ότι απαιτείται επαρκής χρηματοδότηση.
Ως παράδειγμα της ερευνητικής εργασίας της παρουσίασε γενετικές αναλύσεις από τρίχες και περιττώματα λύκου που συλλέχθηκαν κατά τη διερεύνηση ζημιών σε μελίσσια, σε περιοχή από τη Δοϊράνη έως τη Μικρή Βόλβη.
Όπως προέκυψε, τα δείγματα συνδέονταν με έναν συγκεκριμένο λύκο που μετακινούνταν στην περιοχή και προκαλούσε ζημιές.
Το εύρημα, σύμφωνα με την ερευνήτρια, δείχνει ότι η γενετική ταυτοποίηση μπορεί να συμβάλει σε στοχευμένη διαχείριση προβληματικών περιστατικών, χωρίς γενικευμένες παρεμβάσεις σε ολόκληρους πληθυσμούς.
Έρχονται μέτρα 3 εκατ. ευρώ για αγρότες, κτηνοτρόφους και μελισσοκόμους
Στις παρεμβάσεις που προετοιμάζει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 3 εκατ. ευρώ, αναφέρθηκε ο Ευάγγελος Δελής, γεωπόνος και στέλεχος της Μονάδας Παρακολούθησης Παρεμβάσεων του Πυλώνα Ι.
Τα μέτρα θα οριστικοποιηθούν μετά τη διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να ακολουθήσει η προκήρυξή τους.
Βασικοί στόχοι είναι η πρόληψη ζημιών σε καλλιέργειες, κτηνοτροφικές και μελισσοκομικές εκμεταλλεύσεις, η βελτίωση της συνύπαρξης ανθρώπου και άγριας ζωής, η μείωση των θανάτων προστατευόμενων ειδών από ανθρώπινες δραστηριότητες και η διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Επιλέξιμες θα είναι γεωργικές εκτάσεις εντός βιοτόπων μεγάλων θηλαστικών, όπως αρκούδες, λύκοι, τσακάλια και ελάφια, στις οποίες καλλιεργούνται καλαμπόκι, ηλίανθος, αμπέλια, δενδρώδεις καλλιέργειες, κηπευτικά, σιτηρά ή μηδική. Στο πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνονται επίσης χώροι εγκατάστασης κυψελών και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.
Μεταξύ των δαπανών που προβλέπεται να ενισχυθούν είναι η αγορά και εγκατάσταση σταθερών ηλεκτροφόρων περιφράξεων, η προμήθεια ξύλινων, πλαστικών ή μεταλλικών πασσάλων, καθώς και ειδικών αποτρεπτικών φωτιστικών συστημάτων Fox Lights, για την απομάκρυνση μεγάλων θηλαστικών.
Ο ρόλος των τοπικών αρχών και η ανάγκη αξιόπιστης ενημέρωσης
Τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας, περιβαλλοντικών οργανώσεων και τοπικών φορέων ανέδειξε ο διευθυντής του Πράσινου Ταμείου, Γεώργιος Πρωτόπαπας.
Στην ίδια κατεύθυνση τοποθετήθηκαν ο γενικός γραμματέας Δασών του ΥΠΕΝ, Ευστάθιος Σταθόπουλος, και ο δασολόγος Παναγιώτης Παράσχος, οργανωτικός γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤΕΕ), επισημαίνοντας την ανάγκη κοινού σχεδιασμού και κατανομής ευθυνών.
Ξεχωριστή ενότητα της ημερίδας αφορούσε την ενημέρωση των πολιτών για περιστατικά εμφάνισης άγριας ζωής κοντά σε κατοικημένες περιοχές.
Οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι απαιτείται επίσημος και αξιόπιστος μηχανισμός ενημέρωσης, ώστε οι σχετικές πληροφορίες να εξετάζονται πριν από τη δημοσιοποίησή τους και να περιορίζεται ο κίνδυνος παραπληροφόρησης.
Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Κυριάκος Σκορδάς από την Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδας, η δρ Χριστίνα Νομικού, πρόεδρος της Πανελλαδικής Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας, ο δρ Νικήτας Φραγκισκάκης από την Επιθεώρηση Εφαρμογής Δασικής Πολιτικής Μακεδονίας – Θράκης και ο δρ Τάσος Χοβαρδάς από το ευρωπαϊκό ερευνητικό έργο «CoCo» του Horizon Europe.
Κοινή επισήμανση ήταν ότι τα περιστατικά προσέγγισης άγριων ζώων πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά, με τεκμηριωμένα στοιχεία και συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών.