Η νέα έκθεση καταγράφει εκτεταμένες απώλειες, ενώ η Greenpeace ζητά ουσιαστική δράση μετά την COP17
Σημαντική υποχώρηση της παγκόσμιας βιοποικιλότητας καταγράφει η νέα έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2026» του WWF, σύμφωνα με την οποία το μέσο μέγεθος των παρακολουθούμενων πληθυσμών άγριας ζωής μειώθηκε κατά 73% από το 1970 έως το 2022. Παράλληλα, η Greenpeace προειδοποιεί ότι οι αποφάσεις της πρόσφατης διάσκεψης COP17 δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, ζητώντας ισχυρότερη χρηματοδότηση και συγκεκριμένα μέτρα προστασίας της φύσης. Ωστόσο, η ανάκαμψη ορισμένων ειδών καταδεικνύει ότι οι στοχευμένες παρεμβάσεις μπορούν να αποδώσουν.
WWF: Απώλειες έως 85% στα οικοσυστήματα γλυκού νερού
Η 16η έκδοση της έκθεσης Living Planet Report, που εκπονείται από το WWF σε συνεργασία με τη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου, εξετάζει την εξέλιξη 35.803 πληθυσμών από 5.790 είδη σπονδυλωτών κατά την περίοδο 1970-2022.
Η μεγαλύτερη μείωση εντοπίζεται στα οικοσυστήματα γλυκού νερού, όπου φτάνει το 85%. Ακολουθούν τα χερσαία οικοσυστήματα με 69% και τα θαλάσσια με 59%.
Το ποσοστό 73% αφορά τη μέση μεταβολή του μεγέθους των πληθυσμών που παρακολουθούνται και δεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί το 73% των ζώων ή των ειδών του πλανήτη.
Ως βασικές αιτίες της υποβάθμισης αναγνωρίζονται η καταστροφή και αλλοίωση των φυσικών οικοτόπων, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση, η εξάπλωση ξενικών ειδών και οι ασθένειες.
Παρά τη συνολικά αρνητική εικόνα, περίπου οι μισοί από τους πληθυσμούς που εξετάστηκαν παραμένουν σταθεροί ή παρουσιάζουν αύξηση. Η έκταση των απωλειών στους υπόλοιπους πληθυσμούς, ωστόσο, καθορίζει τη συνολική αρνητική τάση.
Τίγρεις, θαλάσσιες χελώνες και τόνοι δείχνουν ότι η ανάκαμψη είναι εφικτή
Η έκθεση παρουσιάζει συγκεκριμένα παραδείγματα ειδών που έχουν ωφεληθεί από μακροχρόνια μέτρα προστασίας.
Ο παγκόσμιος πληθυσμός των τίγρεων αυξήθηκε κατά περίπου 70% μεταξύ 2010 και 2025, αποτέλεσμα συντονισμένων παρεμβάσεων για την προστασία των οικοτόπων τους, την καταπολέμηση της λαθροθηρίας και τη συνεργασία κυβερνήσεων και τοπικών κοινωνιών.
Θετική πορεία παρουσιάζουν επίσης οι πληθυσμοί του ερυθρού τόνου στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό, καθώς και οι ελέφαντες σε περιοχές της νότιας Αφρικής.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της πράσινης θαλάσσιας χελώνας, η οποία το 2025 κατατάχθηκε στην κατηγορία «Ελαχίστης Ανησυχίας» έπειτα από περίπου πέντε δεκαετίες συστηματικών προσπαθειών διατήρησης.
Τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν τη δυνατότητα ανάκαμψης της άγριας ζωής, όταν εφαρμόζονται σταθερές πολιτικές προστασίας με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Τα θετικά παραδείγματα από την Ελλάδα
Αντίστοιχες ενδείξεις ανάκαμψης καταγράφονται και στην Ελλάδα.
Οι φωλιές της θαλάσσιας χελώνας Caretta caretta παρουσιάζουν σταθερή αύξηση σε σημαντικές περιοχές ωοτοκίας, όπως ο Κυπαρισσιακός Κόλπος και ο Κόλπος του Λαγανά στη Ζάκυνθο.
Παράλληλα, η ανάκαμψη του ερυθρού τόνου στη Μεσόγειο συνδέεται με την εφαρμογή αυστηρότερων και αποτελεσματικότερων κανόνων διαχείρισης της αλιείας.
Η επικεφαλής προγραμμάτων προστασίας περιβάλλοντος του WWF Ελλάς, Παναγιώτα Μαραγκού, επισημαίνει ότι η επιστροφή εμβληματικών ειδών αποδεικνύει πως η αντιστροφή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης είναι δυνατή μέσα από στοχευμένες, συλλογικές και μακροχρόνιες παρεμβάσεις.
Αλλαγές σε παραγωγή τροφίμων, ενέργεια και χρηματοδότηση
Πέρα από την προστασία συγκεκριμένων ειδών, το WWF υπογραμμίζει ότι απαιτούνται βαθύτερες αλλαγές στα συστήματα που επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις τομείς: το αγροδιατροφικό, το ενεργειακό και το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η υιοθέτηση βιώσιμων μεθόδων παραγωγής τροφίμων, η ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας και η ανακατεύθυνση των επενδύσεων από δραστηριότητες που καταστρέφουν τη φύση προς την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αναστροφή της σημερινής πορείας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στους διεθνείς στόχους προστασίας της βιοποικιλότητας έως το 2030 και στην ανάγκη συντονισμένης αντιμετώπισης της κλιματικής και περιβαλλοντικής κρίσης.
Greenpeace: Η COP17 δεν ανταποκρίθηκε στην επείγουσα ανάγκη προστασίας της φύσης
Την ανάγκη ταχύτερης δράσης υπογραμμίζει και η Greenpeace, αποτιμώντας τα αποτελέσματα της 17ης Διάσκεψης του ΟΗΕ για τη Βιοποικιλότητα (COP17), που πραγματοποιήθηκε στο Ερεβάν της Αρμενίας.
Σύμφωνα με την περιβαλλοντική οργάνωση, η διάσκεψη διαμόρφωσε μια πορεία εφαρμογής του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ, χωρίς όμως να εξασφαλίσει απαντήσεις ανάλογες της επείγουσας ανάγκης αποτροπής της μη αναστρέψιμης υποβάθμισης των οικοσυστημάτων.
Η Greenpeace επισημαίνει ότι, με μόλις τέσσερα χρόνια να απομένουν έως το 2030, η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων.
Παρά τις αποφάσεις που ελήφθησαν, παραμένουν σοβαρά προβλήματα στη χρηματοδότηση των δράσεων προστασίας, ενώ η οργάνωση εκφράζει ανησυχία για τις προσπάθειες περιορισμού της ρητής αναγνώρισης των δικαιωμάτων των αυτοχθόνων λαών και των τοπικών κοινωνιών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αυτοδιάθεσης.
Κατά την Greenpeace, η ουσιαστική αποτίμηση της COP17 θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις θα εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις τους, θα εξασφαλίσουν επαρκείς πόρους και θα σταματήσουν να στηρίζουν δραστηριότητες που προκαλούν περιβαλλοντική καταστροφή.
Αν Λάμπρεχτς: «Η πρόοδος παραμένει κατώτερη των περιστάσεων»
Η εμπειρογνώμονας πολιτικής για τη βιοποικιλότητα της διεθνούς Greenpeace, Αν Λάμπρεχτς (An Lambrechts), αναγνώρισε ότι η COP17 επέτρεψε τη συνέχιση των διεθνών διαπραγματεύσεων, υποστήριξε όμως ότι η πρόοδος δεν ανταποκρίνεται στο μέγεθος της κρίσης.
Όπως σημείωσε, οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο Ερεβάν δεν αίρουν βασικά εμπόδια, όπως η ανεπαρκής χρηματοδότηση, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, τα υψηλά χρέη και η ανάγκη μεταρρύθμισης των επιδοτήσεων που επιβαρύνουν το περιβάλλον.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Ταμείο του Κάλι, το οποίο συμφωνήθηκε στην COP16, καταγγέλλοντας ότι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες επιχείρησαν αρχικά να διατηρήσουν εθελοντικό τον χαρακτήρα των συνεισφορών τους και στη συνέχεια να εμποδίσουν την αποτελεσματική λειτουργία του.
Σύμφωνα με την Greenpeace, οι μεγάλες επιχειρήσεις πρέπει να αναλαμβάνουν ουσιαστικότερες οικονομικές υποχρεώσεις για την προστασία των φυσικών πόρων από τους οποίους αντλούν σημαντικά κέρδη.
Η οργάνωση ζητά παράλληλα την κατάργηση επιβλαβών επιδοτήσεων και τη διασφάλιση χρηματοδότησης που θα υποστηρίζει πραγματικές δράσεις αποκατάστασης της φύσης.
Δάση και ωκεανοί στο επίκεντρο της περιβαλλοντικής κρίσης
Η Greenpeace συνδέει την απώλεια της βιοποικιλότητας με την κλιματική αλλαγή, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για δύο αλληλένδετες κρίσεις.
Η ανάσχεση και αναστροφή της αποδάσωσης έως το 2030 θεωρείται απαραίτητη για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη, την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας και την προστασία των δασών υψηλής οικολογικής ακεραιότητας.
Αντίστοιχα, η οργάνωση διαπιστώνει καθυστερήσεις στην προστασία των ωκεανών, τόσο εντός των εθνικών θαλάσσιων ζωνών όσο και στην ανοικτή θάλασσα.
Επισημαίνει ότι μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των ωκεανών βρίσκεται υπό καθεστώς πλήρους προστασίας από τη μεγάλης κλίμακας βιομηχανική αλιεία, η οποία αφαιρεί κάθε χρόνο εκατομμύρια τόνους θαλάσσιας ζωής.
Για τον λόγο αυτό ζητά επιτάχυνση των μέτρων προστασίας και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των διεθνών πολιτικών για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα, ενόψει και των στόχων που έχουν τεθεί για το τέλος της δεκαετίας, με την COP31 για το κλίμα να αποτελεί ακόμη ένα κρίσιμο πεδίο διεθνών αποφάσεων.
Ελλάδα: Το ζητούμενο για τις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η πρόοδος της Ελλάδας προς τον στόχο «30×30», που προβλέπει την αποτελεσματική προστασία τουλάχιστον του 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών έως το 2030.
Ο γενικός διευθυντής του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, Νίκος Χαραλαμπίδης, τονίζει ότι η δημιουργία Θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών και Εθνικών Θαλάσσιων Πάρκων πρέπει να συνοδεύεται από πραγματική εφαρμογή των μέτρων προστασίας.
Όπως επισημαίνει, δεν αρκούν οι εξαγγελίες και η νομοθέτηση χωρίς ουσιαστική εφαρμογή. Απαιτούνται συγκεκριμένες παρεμβάσεις που θα προστατεύουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα και θα στηρίζουν τις παράκτιες κοινότητες, των οποίων η οικονομική και κοινωνική επιβίωση συνδέεται στενά με την υγεία των θαλασσών.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αναδεικνύει και τον ρόλο των παράκτιων δήμων και των τοπικών κοινωνιών, οι οποίοι επηρεάζονται άμεσα από την υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και τις συνέπειές της στην αλιεία, στον τουρισμό και στην τοπική οικονομία.
Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν εξαρτάται επομένως μόνο από τη θέσπιση νέων στόχων, αλλά και από τη χρηματοδότηση, την παρακολούθηση και την ουσιαστική εφαρμογή τους.
Τα στοιχεία του WWF και οι επισημάνσεις της Greenpeace συγκλίνουν στην ανάγκη επιτάχυνσης των παρεμβάσεων. Η ανάκαμψη ορισμένων ειδών δείχνει ότι υπάρχουν αποτελεσματικές λύσεις, την ώρα που η συνολική υποχώρηση των πληθυσμών άγριας ζωής αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης.