WWF Ελλάς και MedINA καταγράφουν επικόρυφη καύση σε περίπου 1.000 στρέμματα και ζητούν στενή παρακολούθηση
Σε περίπου 10.000 στρέμματα εκτιμάται ότι επεκτάθηκαν οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στην Τραπεζίτσα Κόνιτσας, σύμφωνα με τον πρώτο απολογισμό του WWF Ελλάς και του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA). Η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη: στο μεγαλύτερο μέρος η φωτιά κινήθηκε χαμηλά, στην επιφάνεια του εδάφους, όμως σε περίπου 1.000 στρέμματα έφτασε στις κόμες των δέντρων, με ιδιαίτερη ανησυχία να προκαλεί η κατάσταση στην κορυφογραμμή, όπου αναπτύσσονται ώριμα δάση ρόμπολου.
Αυτοψία σε συνεργασία με τον Ορειβατικό Σύλλογο Κόνιτσας
Η πυρκαγιά στην Τραπεζίτσα αποτελεί ακόμη ένα περιστατικό σε μια σειρά σημαντικών πυρκαγιών που έχουν εκδηλωθεί τα τελευταία χρόνια σε ορεινά δάση της Βόρειας Ελλάδας, όπως στον Όρβηλο, το Παγγαίο, το Μενοίκιο, τα Πιέρια Όρη και τη Βάλια Κάλντα.
Τέτοιες πυρκαγιές δεν είναι πρωτόγνωρες στα συγκεκριμένα οικοσυστήματα. Συχνά συνδέονται με έντονη κεραυνική δραστηριότητα και, επειδή εκδηλώνονται σε δύσβατες και απόκρημνες περιοχές, μπορούν να παραμένουν ενεργές για ημέρες, καίγοντας αργά τη χαμηλή βλάστηση και τη νεκρή οργανική ύλη στο έδαφος.
Κατά τις τελευταίες ημέρες της πυρκαγιάς και ενώ αυτή είχε τεθεί υπό μερικό έλεγχο, επιστήμονες του WWF Ελλάς και του MedINA, μαζί με μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Κόνιτσας, πραγματοποίησαν κοινή αυτοψία.
Από τον συνδυασμό επιτόπιων παρατηρήσεων και δορυφορικών εικόνων προκύπτει ότι η φωτιά επηρέασε έκταση περίπου 10.000 στρεμμάτων.
Στα 1.000 στρέμματα η φωτιά έφτασε στις κόμες
Στο μεγαλύτερο τμήμα της καμένης έκτασης, η πυρκαγιά κινήθηκε κυρίως ως πυρκαγιά επιφάνειας, επηρεάζοντας χόρτα, θάμνους, πευκοβελόνες, φύλλα, κλαδιά και νεκρή οργανική ύλη.
Θετική συμβολή στην εξέλιξη της φωτιάς φαίνεται, σύμφωνα με την αυτοψία, ότι είχαν τα έργα διαχείρισης καύσιμης ύλης που υλοποιήθηκαν φέτος γύρω από την Κόνιτσα από το αρμόδιο Δασαρχείο.
Ωστόσο, σε περίπου 1.000 στρέμματα η φωτιά ανέβηκε στις κόμες των δέντρων, εξελισσόμενη σε επικόρυφη πυρκαγιά. Αυτές είναι και οι περιοχές που απαιτούν στενότερη παρακολούθηση ως προς τη μεταπυρική τους εξέλιξη.
Πότε μια πυρκαγιά γίνεται πιο επικίνδυνη για το δάσος
Οι πυρκαγιές επιφάνειας, όταν διατηρούν χαμηλή ή μέτρια ένταση, δεν συνεπάγονται απαραίτητα καταστροφικές συνέπειες. Πολλά ώριμα δέντρα και μέρος της πανίδας μπορούν να επιβιώσουν, ενώ υπό προϋποθέσεις η φωτιά συμβάλλει στην ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων και στη δημιουργία ενός πιο ετερογενούς δασικού τοπίου.
Η κατάσταση αλλάζει όταν, υπό συνθήκες έντονης ξηρασίας, υψηλών θερμοκρασιών, ισχυρών ανέμων ή μεγάλης συσσώρευσης καύσιμης ύλης, η φωτιά μεταδίδεται στις κόμες.
Σε αυτή την περίπτωση οι επιπτώσεις είναι σημαντικά σοβαρότερες, ιδιαίτερα για τα ορεινά ψυχρόβια κωνοφόρα, τα οποία δεν διαθέτουν πάντα αποτελεσματικούς μηχανισμούς φυσικής μεταπυρικής αποκατάστασης.
Η αναγέννησή τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα άκαυτα δέντρα που παραμένουν μέσα ή γύρω από την πληγείσα περιοχή και μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές σπόρων.
Σχετικά αισιόδοξη εικόνα για μεγάλο μέρος της έκτασης
Τα πρώτα συμπεράσματα χαρακτηρίζονται σχετικά θετικά για μεγάλο μέρος των εκτάσεων όπου επηρεάστηκαν οι κόμες.
Σύμφωνα με την αυτοψία, οι περισσότερο έντονα καμένες επιφάνειες δεν είναι ούτε μεγάλες ούτε ενιαίες. Αντίθετα, ανάμεσά τους έχουν παραμείνει αρκετά άκαυτα δέντρα και νησίδες ζωντανής βλάστησης, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη φυσική αποκατάσταση.
Για τον λόγο αυτό, στο μεγαλύτερο μέρος των περίπου 1.000 στρεμμάτων όπου επλήγη η κόμη των δέντρων, οι επιστήμονες θεωρούν ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην παρακολούθηση και υποβοήθηση της φυσικής αναγέννησης, αντί για άμεση αναδάσωση.
Η αναδάσωση, άλλωστε, σε αρκετά σημεία θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη λόγω των μεγάλων κλίσεων και του έντονου αναγλύφου.
Κρίσιμοι οι πρώτοι μήνες – Κίνδυνος διάβρωσης
Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της περιοχής θα είναι οι καιρικές συνθήκες των επόμενων μηνών.
Εφόσον δεν σημειωθούν έντονες βροχοπτώσεις, αναμένεται να εμφανιστεί σχετικά γρήγορα νέα βλάστηση, η οποία θα συμβάλει στη συγκράτηση και προστασία του εδάφους και θα δημιουργήσει σταδιακά τις συνθήκες για την εγκατάσταση νέων δέντρων από σπόρους γειτονικών άκαυτων δέντρων.
Το WWF Ελλάς και το MedINA επισημαίνουν, ωστόσο, την ανάγκη άμεσης διερεύνησης από τη Δασική Υπηρεσία για την εκτίμηση του κινδύνου διάβρωσης και την εφαρμογή ήπιων και στοχευμένων αντιδιαβρωτικών παρεμβάσεων όπου απαιτείται.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι απότομες χαράδρες και ορισμένα ρέματα στις πλαγιές που κατευθύνονται προς την Κόνιτσα, όπου έχουν εντοπιστεί στενότερες ζώνες εντονότερα καμένης βλάστησης και περισσότερο εκτεθειμένου εδάφους.
Στις περιοχές αυτές προτείνεται να εξεταστεί κατά προτεραιότητα η κατασκευή περιορισμένου αριθμού κορμοφραγμάτων, τόσο για τη συγκράτηση του εδάφους όσο και για την προστασία της Κόνιτσας.
Ανησυχία για το ρόμπολο στην κορυφογραμμή
Το πιο ανησυχητικό εύρημα της αυτοψίας αφορά την κορυφογραμμή της Τραπεζίτσας.
Εκεί αναπτύσσονται κυρίως ώριμα άτομα λευκόδερμης πεύκης ή ρόμπολου (Pinus heldreichii), ενός χαρακτηριστικού ορεινού κωνοφόρου μεγάλης οικολογικής σημασίας και μακροβιότητας, που στην Ελλάδα συναντάται στα μεγάλα υψόμετρα της Βόρειας Πίνδου και άλλων βουνών της Βόρειας Ελλάδας.
Στην περιοχή αυτή η πυρκαγιά έπληξε με υψηλή δριμύτητα τμήματα του ώριμου δάσους, ενώ δεν φαίνεται να έχουν παραμείνει αρκετά άκαυτα ώριμα δέντρα ώστε να διασφαλίζεται η επαρκής μελλοντική διασπορά σπόρων.
Οι επιστήμονες δεν εισηγούνται άμεση αναδάσωση. Εκτιμούν όμως ότι η συγκεκριμένη ζώνη χρειάζεται συστηματική και μακροχρόνια παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης, ενώ δεν αποκλείεται σε επόμενο στάδιο να απαιτηθούν στοχευμένες φυτεύσεις.
«Νέα πραγματικότητα» για τα ορεινά οικοσυστήματα
Η περίπτωση της Τραπεζίτσας εντάσσεται, σύμφωνα με τους δύο φορείς, σε μια ευρύτερη μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες εκδηλώνονται πλέον οι πυρκαγιές στα μεγάλα υψόμετρα.
Οι πυρκαγιές στα ορεινά οικοσυστήματα δεν είναι νέο φαινόμενο. Ωστόσο, η αυξημένη ένταση και η συχνότερη μετάδοσή τους στις κόμες των δέντρων σημαίνουν ότι επηρεάζονται πλέον σοβαρότερα οικοσυστήματα που ιστορικά ήταν λιγότερο εκτεθειμένα.
Η εξέλιξη αυτή, όπως επισημαίνεται, καθιστά αναγκαία την επανεξέταση του τρόπου διαχείρισης και προστασίας των συγκεκριμένων ορεινών δασών απέναντι στον αυξανόμενο κίνδυνο πυρκαγιών.



